new

Aιμοδοσία 27/2/2013

Όπως κάθε κάθε χρονιά έτσι και φέτος ο Κυνηγετικός Σύλλογος Φιλιατών πραγματοποίησε...

Ρυθμίσεις θύρας για την κυνηγετική περίοδο 2012-13

Απαραίτητες οδηγίες και νόμοι για κάθε κυνηγό και μη για τη περίοδο 2012-13...

Aιμοδοσία 30/7/12

Την Τετάρτη 30/7/12, ο σύλλογός μας διοργανώνει αιμοδοσία, για την τράπεζα αίματος που διαθέτει. Η έναρξη της αιμοδοσίας ξεκινάει στις 18.00μμ έως τις 20.30μμ στα γραφεία μας...

Zαρκάδι αρσενικό θύμα τροχαίου

Η άμεση επέμβαση της Ομοσπονδιακής Θηροφυλακής και των μελών της Ε' Κυνηγετικής Ομοσπονδίας Ηπείρου στη Θεσπρωτία, δε στάθηκε, δυστυχώς, ικανή, να αποτρέψει το μοιραίο για ένα αρσενικό ζαρκάδι...

Aπελευθερώσεις Φασιανών

Η απελευθέρωση των φασιανών μπορεί να γίνει είτε με τη μέθοδο των πυρήνων προσαρμογής είτε με τη μέθοδο των κλωβών εξοικείωσης.

Aπελευθερώσεις Λαγών

Τα τελευταία χρόνια πολλοί κυνηγετικοί σύλλογοι απελευθερώνουν λαγούς είτε δικιάς τους εκτροφής είτε τους αγοράζουν από ιδιώτες.

Πυρήνας Προσαρμογής

Ενα από τα διαχειριστικά μέτρα που μπορούμε να επιλέξουμε για να αποκτήσει κυνηγετικό ενδιαφέρον μια περιοχή, είναι ο εμπλουτισμός της με θηράματα.

O Πιστός μας φίλος

Διαβάστε τα πάντα για τα κυνηγόσκυλα. Διατροφή, Εκπαίδευση, Ράτσες, Κτηνιατρικά.

16 Μαΐ 2012

Ρυθμιστική 2011-12

 ΠΙΝΑΚΑΣ ΘΗΡΕΥΣΙΜΩΝ ΕΙΔΩΝ
Α/Α ΕΙΔΟΣ ΖΩΝΕΣ *       ΠΕΡΙΟΔΟΣ      ΗΜΕΡΕΣ ΕΠΙΤΡΕΠ. ΑΡΙΘΜΟΣ








ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ:




1.** Αγριοκούνελο (Oryctolagus cuniculus) 20/8 - 14/9 15/9 – 10/3 Όλες Χωρίς περιορισμό
2. **** Λαγός (Lepus europaeus)
15/9 – 10/1 Τετ-Σ/K 1.
3. Αγριόχοιρος (Sus scrofa)
15/9 – 20/1 Τετ-Σ/K 4 κατά ομάδα.
4. Αλεπού (Vulpes vulpes)
15/9 – 29/2 'Όλες Χωρίς περιορισμό
5. Πετροκούναβο (Martes foina)
15/9 – 29/2 'Όλες Χωρίς περιορισμό

ΠΟΥΛΙΑ





α) Δενδρόβια, εδαφόβια κ.α :




1. Σιταρήθρα (Alauda arvensis) 20/8 - 14/9 15/9 - 10/2 'Όλες 10
2. Φάσα (Columba palumbus) 20/8 - 14/9 15/9 - 20/2 'Όλες Χωρίς περιορισμό
3. Αγριοπερίστερο (Columba livia) 20/8 - 14/9 15/9 - 29/2 'Όλες Χωρίς περιορισμό
4. Ορτύκι (Coturnix coturnix) 20/8 - 14/9 15/9 - 29/2 'Όλες 12 .
5. Τρυγόνι (Streptopelia turtur) 20/8 - 14/9 15/9 - 29/2 'Όλες 12.
6. Τσίχλα (Turdus philomelos) 20/8 - 14/9 15/9 - 29/2 'Όλες

7. Δενδρότσιχλα (Turdus viscivorus) 20/8 - 14/9 15/9 - 20/2 'Όλες 25( Συνολικά
8. Κοκκινότσιχλα (Turdus iliacus) 20/8 - 14/9 15/9 - 29/2 'Όλες από όλα τα είδη)
9. Γερακότσιχλα (Turdus pilaris) 20/8 - 14/9 15/9 - 29/2 'Όλες

10. Κότσυφας (Turdus merula) 20/8 - 14/9 15/9 - 20/2 'Όλες

11. Καρακάξα (Pica pica) 20/8 - 14/9 15/9 - 29/2 'Όλες Χωρίς περιορισμό
12. Κάργια (Corvus monedula) 20/8 - 14/9 15/9 - 29/2 'Όλες Χωρίς περιορισμό
13. Κουρούνα (Corvus corone) 20/8 - 14/9 15/9 - 29/2 'Όλες Χωρίς περιορισμό
14. Ψαρόνι (Sturnus vulgaris) 20/8 - 14/9 15/9 - 29/2 'Όλες Χωρίς περιορισμό
15. Μπεκάτσα (Scolopax rusticola)
15/9 - 29/2 Όλες 10.
16. Φασιανός (Phasianus colchicus)
15/9 – 30/12 Τετ-Σ/Κ 1.
17. Πετροπέρδικα(Alectoris graeca)
1/10 – 15/12 Τετ-Σ/Κ 2.
18.*** Νησιωτική Πέρδικα (Alectoris chukar)
1/10 – 15/12 Τετ-Σ/Κ      4.

ΠΟΥΛΙΑ





β) Υδρόβια και παρυδάτια :




1. Σφυριχτάρι (Anas penelope)
15/9 – 10/2 'Όλες

2. Κιρκίρι (Anas crecca)
15/9 – 31/1 'Όλες

3. Πρασινοκέφαλη (Anas platyrhynchos)
15/9 – 31/1 'Όλες

4. Σουβλόπαπια (Anas acuta)
15/9 - 10/2 'Όλες

5. Σαρσέλα (Anas querquedula)
15/9 – 10/2 'Όλες

6. Χουλιαρόπαπια (Anas clypeata)
15/9 - 10/2 'Όλες 12( Συνολικά
7. Κυνηγόπαπια (Aythya ferina)
15/9 - 31/1 'Όλες από όλα τα είδη)
8. Τσικνόπαπια (Aythya fuligula)
15/9 – 10/2 'Όλες

9. Φαλαρίδα (Fulica atra)
15/9 - 10/2 'Όλες

10. Φλυαρόπαπια (Anas strepera)
15/9 – 31/1 Όλες

11. Ασπρομετωπόχηνα (Anser albifrons)
15/9 -10/2 Όλες

12. Νερόκοτα (Gallinula chloropus)
15/9 – 10/2 'Όλες 10.
13. Μπεκατσίνι (Gallinago gallinago)
15/9 - 10/2 Όλες 10.
14. Καλημάνα (Vanellus vanellus)
15/9 - 31/1 'Όλες 10.
* Περιοχές της χώρας οι οποίες είχαν χαρακτηρισθεί «ως ζώνες διάβασης των αποδημητικών πουλιών» με αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας μέχρι την 18.12.1985, καθώς και με την ανωτέρω (21) σχετική.
** Από 1/3-10/3 μόνο σε νησιά που υπάρχει αγριοκούνελο χωρίς συνοδεία σκύλου.
*** Ειδικές ρυθμίσεις στο κυνήγι της νησιωτικής πέρδικας καθορίζονται στο κεφάλαιο Β, παρ. 7.
**** Οι εξαιρέσεις του κυνηγίου του λάγου καθορίζονται στο κεφάλαιο Β, παρ. 5.)


ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΚΥΝΗΓΙΟΥ 2011- 2012
Με απόφαση του Υπουργείου Περιβάλλοντος Ενέργειας & Κλιματικής Αλλαγής το κυνήγι για την κυνηγετική περίοδο 2011-2012 καθορίζεται ως ακολούθως:
Α΄- 1.-Καθορίζεται η διάρκεια της κυνηγετικής περιόδου για τον κυνηγετικό χρόνο 2011-2012 από 20/8/2011 μέχρι 29/2/2012.
2.- Τα επιτρεπόμενα να κυνηγηθούν είδη, η χρονική περίοδος και οι ημέρες κυνηγίου τους, καθώς και ο μέγιστος αριθμός θηραμάτων κατά είδος, που επιτρέπεται να θηρεύει ο κυνηγός στην ημερήσια έξοδό του αναφέρονται στον «ΠΙΝΑΚΑ ΘΗΡΕΥΣΙΜΩΝ ΕΙΔΩΝ».
3.-Απαγορεύεται το κυνήγι της Μπεκάτσας στο καρτέρι το πρωί και το βράδυ.
4.-Η χρησιμοποίηση του σκύλου δίωξης επιτρέπεται από 15/9/2011 μέχρι 20/1/2012 και μόνο κάθε Τετάρτη, Σάββατο και Κυριακή (δηλαδή ο σκύλος δίωξης θα χρησιμοποιείται στο χρονικό διάστημα και στις ημέρες που επιτρέπεται το κυνήγι του λαγού και του αγριόχοιρου ).
5.-Επιτρέπεται το κυνήγι του Αγριόχοιρου σε ομάδες μέχρι δέκα(10) κυνηγών με δικαίωμα Θήρευσης μέχρι τεσσάρων (4) αγριόχοιρων κατά ομάδα και κατά ημερήσια έξοδο. Εξαιρείται η περιοχή της Πελοποννήσου για την οποία περιορίζεται το κυνήγι έως την 31/12/2011 ο επιτρεπόμενος αριθμός θηρευομένων ατόμων επίσης περιορίζεται σε τρία (3) άτομα. Για λόγους προστασίας της φυσικής παραγωγής του αγριόχοιρου απαγορεύεται το κυνήγι σε όλη τη χώρα του νεαρού αγριόχοιρου όσο αυτό φέρει τις χαρακτηριστικές ραβδώσεις στο σώμα του, καθώς και τις χοιρομητέρες αυτών. Επίσης απαγορεύεται το κυνήγι του αγριόχοιρου στη Νήσο Έυβοια.
6.-Επιτρέπεται το κυνήγι της Αλεπούς από 15/9/2011 μέχρι 20/1/2012 με τη χρησιμοποίηση κυνηγετικού όπλου και σκύλου δίωξης και από 21/1/2012 μέχρι 29/2/2012 χωρίς σκύλο δίωξης μόνο στους νομούς που δεν έχουν χαρακτηρισθεί ως αρουραιόπληκτοι. Διευκρινίζουμε ότι η χρησιμοποίηση του σκύλου δίωξης υπόκειται στους περιορισμούς της παραγράφου 4 της παρούσης.
7.-Επιτρέπεται το κυνήγι του Πετροκούναβου από 15/9/2011 -20/1/2012 με την χρησιμοποίηση κυνηγετικού όπλου και  σκύλο δίωξης και από 21/1/2012 -29/2/2012 χωρίς σκύλο δίωξης. Διευκρινίζουμε ότι η χρησιμοποίηση του σκύλου δίωξης υπόκειται στους περιορισμούς της παραγράφου 4 της παρούσης.
8.-Απαγορεύται το κυνήγι του λαγού καθ’ όλη τη διάρκεια της κυνηγετικής περιόδου στις νήσους Λήμνο και Άγιο Ευστράτιο.
9.- Το κυνήγι της Πετροπέρδικας και της Νησιώτικης Πέρδικας επιτρέπεται σύμφωνα με τον πίνακα των θηρεύσιμων ειδών με τις παρακάτω εξαιρέσεις: α)στο νομό Λέσβου και Χίου επιτρέπεται το κυνήγι της  τις παρακάτω Κυριακές: 18/9/11,25/9/11,02/10/11,09/10/11,16/10/11,23/10/11,30/10/11,06/11/11,&13/11/11. β) στο νομό Σάμου και στην περιοχή της Α΄Κ.Ο.Κ.& Δωδεκανήσων επιτρέπεται το κυνήγι της από 15/9/11 έως 30/11/11 και μόνο τις ημέρες Τετάρτη-Σάββατο-Κυριακή
  1. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ :
1.1.- Για όσα είδη πουλιών δεν αναφέρονται στην παρούσα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2,3, και 4 της Οδηγίας 79/409 ΕΟΚ.
1.2.-Στα μόνιμα καταφύγια άγριας ζωής
1.3.- Στα εκτροφεία θηραμάτων.
1.4.-Στις περιοχές όπου ισχύουν απαγορεύσεις  Θήρας ορισμένης χρονικής διάρκειας.
1.5-Στους πυρήνες των Εθνικών Δρυμών.
1.6.-Σε ζώνη πλάτους πεντακοσίων (500)  μέτρων κατά μήκος της χερσαίας μεθοριακής γραμμής.
1.7.-Σε θαλάσσια ζώνη πλάτους τριακοσίων (300) μέτρων από τις ακτές.
1.8.Στις καμένες εκτάσεις  για τις οποίες έχουν εκδοθεί οι σχετικές αποφάσεις απαγόρευσης κυνηγίου
1.9-.- Στους αρχαιολογικούς χώρους ,ιστορικούς τόπους και μνημεία χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Πολιτισμού.
1.10. Σε όλες τις περιοχές όπου ισχύουν ειδικοί περιορισμοί θήρας  σύμφωνα με το άρθρο 6 της 414985/29-11-85 (Φ.Ε.Κ. 757/Β/ 18-12-85)  κοινής υπουργικής  απόφασης.
2.-Απαγορεύεται η αγοραπωλησία όλων των θηραμάτων εκτός εκείνων τα οποία προέρχονται από εκτροφεία (δημόσια ή ιδιωτικά), από ελεγχόμενες κυνηγετικές περιοχές ή από το εξωτερικό, εφόσον έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διαδικασίες απόκτησής τους. Επιτρέπεται –κατ’ εξαίρεση- για την τρέχουσα κυνηγετική περίοδο η αγοραπωλησία του αγριοκούνελου στις νήσους Λήμνο και Θηρασία όπου οι υπερπληθυσμοί και οι ζημιές πιστοποιούνται από επιτροπή αποτελούμενη από εκπροσώπους της Δ/νσης Γεωργίας-της Δ/νσης Δασών-της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της Ένωσης Γεωργικών Συν/σμών. Η σύσταση της επιτροπής και  η έγκριση αγοραπωλησίας γίνεται με απόφαση του Γ.Γ. της Περιφέρειας μετά από εισήγηση της αρμόδιας δασικής αρχής.
3.- Η εκγύμναση των κυνηγετικών σκύλων επιτρέπεται αποκλειστικά και μόνο στους περιορισμένους χώρους εκγύμνασης που έχουν καθοριστεί από τις Δασικές Αρχές  και απαγορεύεται οπουδήποτε αλλού.
Κατά τη διάρκεια κυνηγίου αγριογούρουνου, λαγού, μπεκάτσας και ορτυκιού, οι κυνηγοί υποχρεούνται να φέρουν στον κορμό του σώματός τους ένδυμα φωσφορίζοντος χρώματος  πορτοκαλί( αποκλειόμενης απλής λωρίδας), ορατό από  κάθε οπτική πλευρά προς αποφυγή ατυχημάτων.

Καιρός



Aναλυτική πρόγνωση καιρού για τους Φιλιάτες ΕΔΩ

Πρόγραμμα Άρτεμις

Πρόγραμμα «Αρτεμις»: Τι είναι, πώς λειτουργεί και πώς βοηθά το κυνήγι

ΜΕΛΕΤΗ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗΣ ΤΗΣ ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΗΣ ΚΑΡΠΩΣΗΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ ΤΩΝ ΘΗΡΑΜΑΤΙΚΩΝ ΠΛΗΘΥΣΜΩΝ
Τι είναι το πρόγραμμα «Αρτεμις»; Το πρόγραμμα «Αρτεμις» είναι μια διαρκής μελέτη παρακολούθησης των θηραματικών πληθυσμών και καταγραφής της κυνηγετικής κάρπωσης. Το πρόγραμμα αυτό διανύει τώρα τον πέμπτο χρόνο της ζωής του, εκπονείται από την Κ.Σ.Ε. και ονομάστηκε «Αρτεμις» προς τιμήν της Θεάς προστάτιδας του κυνηγίου, επειδή αποτελεί την πρώτη μελέτη με πανελλήνια εμβέλεια που εκπονείται με αντικείμενο το κυνήγι. Σκοποί της μελέτης αυτής είναι:
Η εκτίμηση κατ’ αρχάς της εθνικής κυνηγετικής κάρπωσης δηλ. του συνολικού αριθμού των θηραμάτων κατά είδος, που θηρεύονται κάθε χρόνο στην Ελλάδα. Στη συνέχεια η εκτίμηση της κυνηγετικής κάρπωσης σε επίπεδο γεωγραφικών διαμερισμάτων μέχρι να φθάσει στο επίπεδο νομού. Η καταγραφή διαφόρων χαρακτηριστικών της κυνηγετικής δραστηριότητας, όπως η κυνηγετική ζήτηση κατά θήραμα και γεωγραφική ενότητα, ο συνολικός αριθμός των εξορμήσεων του μέσου κυνηγού τον χρόνο, ο μέσος χρόνος μιας κυνηγετικής εξόρμησης και από ποιους παράγοντες επηρεάζεται, ποια είναι η διασπορά των κυνηγών στον Ελλαδικό χώρο και πως αυτή διαφοροποιείται μεταξύ των κατοίκων των μεγάλων αστικών κέντρων και της επαρχίας, πόσα φυσίγγια και πως, καταναλώνονται ανά εξόρμηση και συνολικά, πως κυμαίνεται ο αριθμός των κυνηγών της παρέας σε σχέση με το θήραμα, κ.α.
Ο αριθμητικός προσδιορισμός των δεικτών θηραματικής αφθονίας, ώστε συγκρινόμενοι στατιστικά από χρονιά σε χρονιά να εξάγονται συμπεράσματα για την πορεία των θηραματικών πληθυσμών (τάση αύξησης ή μείωσης). Τέτοιοι δείκτες είναι: ο μέσος αριθμός των θηραμάτων που συναντά ο κυνηγός σε μια του εξόρμηση και ο μέσος αριθμός των θηραμάτων που θηρεύει ο κυνηγός σε μια του εξόρμηση. Επίσης ο μέσος αριθμός των πουλιών του κοπαδιού για τις πέρδικες, όταν υπολογιστεί για τις πρώτες μέρες της κυνηγετικής περιόδου (~ 15 Σεπτ.) είναι δείκτης επιτυχίας της αναπαραγωγής και όταν υπολογιστεί για το τέλος της περιόδου (~ 30 Νοεμβ.) δείχνει την ικανότητα επιβίωσης του κοπαδιού τον χειμώνα. Η μελέτη της εισόδου ορισμένων θηρευσίμων αποδημητικών στη χώρα μας, όπως της μπεκάτσας, της φάσσας, των τσιχλών, των παπιών κ.α., καθώς και η έξοδος κάποιων άλλων όπως το ορτύκι, το τρυγόνι κ.ά..
Πως λειτουργεί;
Για την συλλογή των στοιχείων τυπώνεται κάθε χρόνο ένα ειδικά σχεδιασμένο έντυπο το «Στατιστικό ερωτηματολόγιο κυνηγού», το οποίο διανέμεται στους κυνηγούς δια μέσου του δικτύου των κυνηγετικών συλλόγων, δια μέσου των κυνηγετικών περιοδικών και απ’ ευθείας με το ταχυδρομείο. Οι κυνηγοί το συμπληρώνουν κατά τη διάρκεια της κυνηγετικής περιόδου και το επιστρέφουν στην Κ.Σ.Ε., όπου μια ομάδα ειδικών επιστημόνων επεξεργάζονται με ηλεκτρονικό υπολογιστή τα στοιχεία και εξάγουν τα αποτελέσματα. Μέχρι τώρα έχουν καταγραφεί πληροφορίες από 60000 περίπου ημερήσιες κυνηγετικές εξορμήσεις και έχουν εξαχθεί χρήσιμα αποτελέσματα, μερικά από τα οποία παρουσιάζονται παρακάτω.
Ιστορικό
Η ιδέα της τήρησης αρχείων για την κυνηγετική κάρπωση ξεκινά από την Μ. Βρετανία το 1880 περίπου. Η σύγκριση των στοιχείων του κάθε έτους μ’ αυτά των προηγουμένων έδειχνε την πορεία (αύξηση ή μείωση) των πληθυσμών των άγριων θηραμάτων. Από το 1937 τα πολιτειακά τμήματα θήρας και αλιείας των ΗΠΑ και αργότερα του Καναδά, άρχισαν να καταγράφουν την κυνηγετική κάρπωση με τη χρήση ερωτηματολογίων.
Σήμερα η συμπλήρωση τέτοιων ερωτηματολογίων και η τήρηση στατιστικών στοιχείων για την κυνηγετική κάρπωση αποτελεί πλέον συνήθη πρακτική. Σχεδόν όλες οι πολιτείες των ΗΠΑ και του Καναδά, καθώς επίσης και πολλές χώρες της Ευρώπης, όπως η Γαλλία (από το 1970), η Ιταλία, η Ιρλανδία, η Γερμανία, η Ισπανία κ.α. ακολουθούν τη μέθοδο αυτή για την καταγραφή της κυνηγετικής κάρπωσης, η οποία θεωρείται πλέον διεθνώς, η πιο ενδεδειγμένη.
Στην Ελλάδα, η μέθοδος αυτή ξεκίνησε το 1994 και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, στα πλαίσια του προγράμματος «ΑΡΤΕΜΙΣ».
Αποτελέσματα του προγράμματος παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στο 22ο Διεθνές Συνέδριο της Διεθνούς Ενωσης Θηραματοβιολόγων (IUGB) στη Σόφια το 1995, όπου οι Γάλλοι ειδικοί επιστήμονες το αποκάλεσαν ως «… το τελειότερο σύστημα καταγραφής της κυνηγετικής κάρπωσης στην Ευρώπη».
Το Μάρτιο του 1996, το Διεθνές Συμβούλιο για τη Διατήρηση των Θηραμάτων και της Αγριας Πανίδας προσκάλεσε τη Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδος, για μια παρουσίαση των αποτελεσμάτων στο διεθνές Συνέδριό του, στη Μπολώνια της Ιταλίας.
Συγκριτικά αποτελέσματα του προγράμματος παρουσιάστηκαν επίσης, στο 23ο Διεθνές Συνέδριο Θηραματοβιολόγων στη Λιόν της Γαλλίας, το Σεπτέμβριο του 1997, στο 7ο και στο 8ο Πανελλήνιο Δασολογικό Συνέδριο της Ελληνικής Δασολογικής Εταιρίας που έγιναν το 1995 στην Καρδίτσα και το 1998 στην Αλεξανδρούπολη αντίστοιχα και στη Συνάντηση της Μεσογειακής Ομάδας των Τσιχλιδών που οργάνωσαν η ΚΣΕ και η AACT (Σύλλογος των φίλων του παραδοσιακού κυνηγιού) στην Αθήνα το 1998.
Η ΚΣΕ έδωσε στοιχεία για την κυνηγετική κάρπωση και για την κατάσταση των θηραματικών πληθυσμών, που αντλήθηκαν από το πρόγραμμα «Αρτεμις», ως η μοναδική έγκυρη Ελληνική πηγή στους παρακάτω οργανισμούς:
ΕΘΙΑΓΕ (Εθνικό Ιδρυμα Αγροτικής Ερευνας) για τις ανάγκες του προγράμματος που εκπόνησε στα πλαίσια των υποχρεώσεων της χώρας μας που απορρέoυν από την συμφωνία του Ελσίνκι, «Κριτήρια και Δείκτες αειφορικής διαχείρισης των δασών της Ελλάδας». OFFICE NATIONAL DE LA CHASSE (Εθνικός Οργανισμός Θήρας της Γαλλίας) για να τα χρησιμοποιήσει στα Action plans (Σχέδια δράσης) της μπεκάτσας, του τρυγονιού και της σιταρήθρας. OMPO (Ομάδα για την μελέτη των αποδημητικών πτηνών της Δυτικής Παλαιαρκτικής) για να τα δημοσιεύσει στο περιοδικό που εκδίδει τα οποία αφορούν τις τσίχλες.
Μερικά από τα αποτελέσματα της μελέτης
Πώς κυμαίνονται οι δείκτες θηραματικής αφθονίας που δεν είναι άλλοι από τον μέσο αριθμό των θηραμάτων που συναντά ο κυνηγός σε κάθε του εξόρμηση (μέση κυνηγετική ευκαιρία) και τον μέσο αριθμό των θηραμάτων που θηρεύει σε κάθε του εξόρμηση (μέση κυνηγετική κάρπωση).
Aπό τη σύγκριση των 4 προηγουμένων περιόδων φαίνεται ότι:
οι πληθυσμοί του λαγού παρουσιάζουν αύξηση .
οι πληθυσμοί της πετροπέρδικας, διατηρούνται σε σταθερά επίπεδα.
και αντίστοιχα στο ορτύκι, η αφθονία του οποίου εξαρτάται από επί μέρους παράγοντες που αφορούν την αποδημία, ξεχωρίζει η πολύ πλούσια χρονιά του 1995-96.
Στο γράφημα 2 χαρακτηριστικό είναι το πολύ μικρό μέγεθος της κυνηγετικής κάρπωσης συγκριτικά με το μέγεθος της κυνηγετικής ευκαιρίας.
Με ποιο τρόπο το πρόγραμμα «ΑΡΤΕΜΙΣ» στηρίζει το κυνήγι;
Τα αποτελέσματα από τη μελέτη καταγραφής της κυνηγετικής κάρπωσης και παρακολούθησης των θηραματικών πληθυσμών αποτελούν ένα ανεκτίμητο «εργαλείο» τόσο για τον σχεδιασμό της αειφορικής διαχείρισης των θηραματικών πληθυσμών όσο και για την ουσιαστική στήριξη του κυνηγίου.
Το πρόγραμμα αυτό αποτελεί ένα αδιαμφισβήτητο ντοκουμέντο προκειμένου:

Να πείσουμε τον πολιτικό κόσμο για την σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζουμε το φυσικό περιβάλλον. Να αποδείξουμε ότι το κυνήγι ως σύγχρονη δραστηριότητα είναι αποτέλεσμα ορθολογικού και επιστημονικού σχεδιασμού. Να διεκδικήσουμε με αποδείξεις και τεκμήρια τα δίκαια αιτήματά μας. Να απαιτήσουμε την ουσιαστική συμμετοχή μας σε οποιοδήποτε εθνικό ή ευρωπαϊκό κέντρο αποφάσεων ασχολείται με θέματα σχετικά με το κυνήγι. Και τέλος, να είμαστε εμείς αυτοί που θα αποφασίζουμε για την τύχη του κυνηγίου στην Ελλάδα και όχι κάποια άλλοι.
Ως επιστημονική ομάδα παρακαλούμε όλες τις κυνηγετικές οργανώσεις να στηρίξουν και να προωθήσουν αυτό το εγχείρημα με όλες τους τις δυνάμεις, να δίνουν τα ερωτηματολόγια στους κυνηγούς και να τους πείθουν να τα συμπληρώνουν. Οι κυνηγοί από την πλευρά τους πρέπει να αφήσουν τις προκαταλήψεις και χωρίς να αμελούν να συμπληρώνουν το ερωτηματολόγιο. Τα στοιχεία που δίνουν εισάγονται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και είναι απόρρητα. Πρόσβαση σ’ αυτά έχει μόνο το διοικητικό συμβούλιο της ΚΣΕ και η επιστημονική ομάδα που τα επεξεργάζεται. Πρέπει να καταλάβουμε όλοι ότι το «Αρτεμις» είναι το εργαλείο που θα στηρίξει το κυνήγι στο μέλλον!
AΡΤΕΜΙΣ ΙΙ
Βασικές απαντήσεις για το Άρτεμις II: Τι είναι το Άρτεμις II;
Είναι η διαρκής λήψη και επεξεργασία στοιχείων και πληροφοριών που αφορούν την κυνηγετική δραστηριότητα, με στόχο τον προσδιορισμό της σχετικής αφθονίας (πληθυσμιακών τάσεων) των θηραματικών ειδών στη χώρα μας.
Το πρόγραμμα αυτό έρχεται να συμπληρώσει το Αρτεμις Ι, κυρίως στον τομέα της συλλογής και ανάλυσης βιολογικού υλικού από τα θηράματα. Αποτελεί έργο της Κυνηγετικής Συνομοσπονδίας Ελλάδας και χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από αυτήν.
Πως γίνεται η συλλογή των στοιχείων;
Η συλλογή των στοιχείων γίνεται από τους θηροφύλακες των κυνηγετικών οργανώσεων με τη βοήθεια ειδικού εξοπλισμού που τους έχει προμηθεύσει η ΚΣΕ Έτσι οι θηροφύλακες στη διάρκεια των τυπικών τους ελέγχων συμπληρώνουν κατ’ αρχήν το ειδικά σχεδιασμένο για το σκοπό αυτό ερωτηματολόγιο, παίρνοντας από τον ελεγχόμενο κυνηγό μια σύντομη συνέντευξη. Ακολούθως ερωτούν τον κυνηγό αν διατίθεται να τους δώσει κάποιες φτερούγες από τα πουλιά που έχει θηρεύσει, ένα μπροστινό πόδι από τον λαγό ή αν μπορούν να εξετάσουν την οδοντοστοιχία του θηρευμένου αγριόχοιρου για να προσδιορίσουν την ηλικία του. Τα δείγματα αυτά τα τοποθετούν σε ειδικό σακουλάκι από πολυαιθυλένιο, συσχετίζουν σε ειδική ετικέτα το δείγμα με τον αύξοντα αριθμό του ερωτηματολογίου που αντιστοιχεί σε μια κυνηγετική εξόρμηση του ελεγχόμενου κυνηγού και τα αποθηκεύουν σε καταψύκτη.
Πώς γίνεται η επεξεργασία των στοιχείων;
Δώδεκα θηροφύλακες διάσπαρτοι σε όλη τη χώρα, οι οποίοι αποτελούν και τους «πυρήνες» του προγράμματος συγκεντρώνουν τα δείγματα αυτά, ο καθένας από τους θηροφύλακες της ζώνης ευθύνης του και μετά από ειδική εκπαίδευση, τα αποψύχουν, τα αποξηραίνουν και ακολούθως αναγνωρίζουν την ηλικία και το φύλο του πουλιού ή του λαγού, στο οποίο ανήκαν αντίστοιχα. Όλα αυτά τα πρωτογενή στοιχεία θα συγκεντρωθούν στην έδρα της επιστημονικής ομάδας και, αφού εισαχθούν σε Η/Υ, θα υποβάλλονται σε στατιστική επεξεργασία.
Αποτελέσματα
Από την ανάλυση και ερμηνεία των στοιχείων του ερωτηματολογίου μελετώνται χαρακτηριστικά της κυνηγετικής δραστηριότητας όπως:
• η κυνηγετική προτίμηση κατά θήραμα και η γεωγραφική της κατανομή,
• η κυνηγετική πίεση των διάφορων περιοχών σε σχέση και με την προέλευση των κυνηγών,
• η θηραματική αφθονία, που προσδιορίζεται από τις ειδικότερες παραμέτρους του κυνηγετικού δείκτη αφθονίας θηραμάτων, όπως η κυνηγετική ευκαιρία, η κυνηγετική κάρπωση, κ.α.
Από την ανάλυση και ερμηνεία των στοιχείων που προκύπτουν από το βιολογικό υλικό (φτερούγες πουλιών, πόδια λαγού και εξέταση δοντιών αγριόχοιρου) προσδιορίζονται:
• Οι συχνότητες ηλικίας και φύλου αντιπροσωπευτικού δείγματος ατόμων διαφόρων θηραματικών ειδών και απ’ αυτό συνάγονται οι δημογραφικές τάσεις των πληθυσμών τους,
• Οι σχέσεις μεταξύ δημογραφικής κατάστασης, μετακινήσεων και γεωγραφικής κατανομής των πληθυσμών των διαφόρων ειδών.
Οφέλη
Τα οφέλη από το πρόγραμμα αυτό είναι ποικίλα και ιδιαίτερα σημαντικά. Ενδεικτικά αναφέρονται:
1. Η δυνατότητα διαμόρφωσης τεκμηριωμένων προτάσεων για την επίτευξη συνεχούς και δίκαιης απολαβής του πλεονάσματος του θηραματικού κεφαλαίου σε συνδυασμό με την κυνηγετική πίεση.
2. Η δυνατότητα συσχέτισης της κατάστασης των θηραματικών πληθυσμών με ετήσιες ή μακροχρόνιες αλλαγές βιοτικών ή άλλων παραγόντων.
3. Η δυνατότητα στρατηγικού σχεδιασμού βελτιωτικών προγραμμάτων που απαιτούνται για την ανάπτυξη και διατήρηση των θηραματικών πληθυσμών κατά είδος (action plan)
4. Η δυνατότητα εκπόνησης σχεδίων αει-φορικής διαχείρισης των θηραματικών πληθυσμών κατά είδος και γεωγραφική ενότητα (master plan)
5. Η δημιουργία τράπεζας πληροφοριών στην ΚΣΕ, η οποία θα συγκεντρώνει τέτοια στοιχεία, που θα της δίνει την δυνατότητα να τεκμηριώνει τις προτάσεις της προς την Πολιτεία.
Χρήστος Θωμαϊδης, Θηραματολόγος – Ορνιθολόγος
Θεοφάνης Καραμπατζάκης, Δασολόγος – Περιβαλλοντολόγος
Γιώργος Λογοθέτης, Δασολόγος – Περιβαλλοντολόγος
Γεσθημανή Χριστοφορίδου, Δασολόγος – Περιβαλλοντολόγος
ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
Ενημέρωση 25-8-2011

Παραθέτουμε τους πίνακες με τα στατιστικά στοιχεία του προγράμματος »Άρτεμις» όπως μας εστάλησαν από την επιστημονική ομάδα του προγράμματος.

Βλέπουμε ότι έχουν προστεθεί και τα στοιχεία από την κυνηγετική περίοδο 2009-10.

Σε όσους κυνηγούς έστειλαν την περασμένη χρονιά το δελτίο συμπληρωμένο, θα τους σταλθεί ένας φάκελος που θα περιλαμβάνει -εκτός των αναλυτικών πινάκων με τα στατιστικά στοιχεία έως σήμερα- το νέο δελτίο για την φετινή χρονιά, και μια όμορφη καρφίτσα με απεικόνιση πέρδικας.

Για τους φίλους κυνηγούς που δεν έστειλαν πέρσι το δελτίο να υπενθυμίσουμε ότι μπορούν να παραλαμβάνουν το δελτίο του »Άρτεμις» από το γραφείο του συλλόγου μας.
Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε τους πίνακες πατώντας επάνω σε κάθε έναν.





Νέος κυνηγός

  1. Λίγο πριν την έναρξη

  2. Λίγες μέρες απομένουν πριν την έναρξη της κυνηγετικής χρονιάς, και ‎πρέπει όλοι μας να θυμηθούμε ορισμένους γραπτούς και άγραφους ‎κανόνες της κυνηγετικής μας συμπεριφοράς προς τους νόμους, την φύση, ‎το θήραμα και τους συναδέλφους κυνηγούς.‎
  3. Μπορεί κάθε χρόνο η υπενθύμιση αυτή να αποτελεί μια ακόμα βαρετή ‎και χίλιο-διαβασμένη λίστα για εμάς τους «παλιούς» αλλά μην ξεχνάμε ‎πως υπάρχουν και οι νέοι, που μπαίνουν τώρα στην μεγάλη μας ‎οικογένεια και σωστό θα ήταν να τους βοηθήσουμε να καταλάβουν την ‎σημασία αυτών των κανόνων.‎
  4. Ξεκινάμε με τους κανόνες ασφαλούς χειρισμού του όπλου μας.‎
  5. Το σημαντικότερο πράγμα που δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε είναι ότι δεν ‎πρέπει να γεμίζουμε το όπλο μας πριν φτάσουμε στον κυνηγότοπο.‎
  6. Αν διαθέτουμε αυτογεμές (καραμπίνα) καλό θα ήταν να έχουμε το ‎κλείστρο ανοικτό από την στιγμή που θα βγάλουμε το όπλο από την θήκη.‎
  7. Τα δίκαννα τα έχουμε πάντα ανοικτά όπου και εάν τα ακουμπήσουμε.‎
  8. Ένα κλειστό κλείστρο και δίκαννο, σίγουρα δεν εμπνέει εμπιστοσύνη σε ‎αυτόν που μας πλησιάζει. Πάντα όταν έρχεται κάποιος προς το μέρος μας, ‎ανοίγουμε το όπλο μας.‎
  9. Τα φυσίγγιά μας τα φυλάμε στο σπίτι σε μέρος σίγουρο και ‎απροσπέλαστο από μικρά παιδιά, όπως και τα όπλα.‎
  10. Προστατεύουμε τα μάτια μας.‎
  11. Πολλές φορές έχουμε ακούσει για ατυχήματα με εξοστρακισμούς ‎σκαγιών ή και ακόμα με κατά μέτωπο τουφεκισμό κυνηγού.‎
  12. Ένα σημαντικό βοήθημα για την προστασία σε αυτές τις περιπτώσεις ‎είναι τα σκοπευτικά γυαλιά.‎
  13. Πολλοί δυσανασχετούν και στο άκουσμα της λέξης ‘’σκοπευτικά’’‎
  14. Όμως λόγω της κατασκευής αυτών των γυαλιών, τα καθιστά άθραυστα ‎από την κρούση σκαγιών, και ένα απαραίτητο προστατευτικό των ματιών ‎μας. Στο κάτω κάτω μας προστατεύει και από κλαδιά και βάτα στην ‎περίπτωση του κυνηγίου της μπεκάτσας κλπ.‎
  15. Βάζουμε το πορτοκαλί στην συλλογή των ρούχων μας.‎
  16. Πέρα από το ότι το προστάζει ο νόμος, το πορτοκαλί γιλέκο θα πρέπει ‎πάντα να βρίσκεται μέσα στην τσάντα μας.‎
  17. Θα πρέπει να ξεπεραστούν άμεσα οι όποιες ακατανόητες αναστολές στην ‎κυνηγετική ενδυμασία μας όσων αφορά το πορτοκαλί χρώμα.‎
  18. Πολλές ζωές συνανθρώπων μας θα είχαν σωθεί αν φορούσαν πορτοκαλί ‎γιλέκο στο κυνήγι. Ιδιαίτερα στο κυνήγι του αγριόχοιρου, όπου το ‎φυσικό περιβάλλον αυτού του υπέροχου θηράματος είναι τέτοιο που δεν ‎επιτρέπει την ξεκάθαρη και μακρινή όραση μας.‎
  19. Εκτός όμως από το γιλέκο καλό θα ήταν και τώρα το καλοκαίρι, να ‎φοράμε ένα πορτοκαλί μπλουζάκι, και καπέλο, στο κυνήγι του ορτυκιού, ‎και μεθαύριο τον Σεπτέμβρη στο κυνήγι της πέρδικας. ‎
  20. Συνεχίζοντας την ενότητα για την ενδεδειγμένη ενδυμασία, θα ‎αναφερθούμε και στην άσχημη ομολογουμένως εικόνα, του κυνηγού-‎Ράμπο. Βέβαια δεν μας υποχρεώνει κανένας νόμος για το πώς θα ‎ντυθούμε στον κυνηγότοπο (εκτός από το πορτοκαλί γιλέκο), όμως η ‎εικόνα του κυνηγού που μόλις απολύθηκε από τον στρατό και που εκτός ‎από τα εσώρουχά του (που δεν είμαστε σίγουροι και γι’ αυτό) όλα τα ‎άλλα ρούχα του είναι σε χρώμα παραλλαγής, σίγουρα είναι ‎αποκρουστική.‎
  21. Αποδεδειγμένο είναι πως αυτά τα ρούχα δεν προσφέρουν κανένα ‎πλεονέκτημα έναντι του θηράματος. Το μόνο που προσφέρουν είναι μια ‎άνεση και ξενοιασιά για την κατάστασή τους στο τέλος του κυνηγίου για ‎οικονομικούς και μόνο λόγους. Σίγουρα όμως μπορούμε να διαλέξουμε ‎και άλλου χρώματος ρούχα, στην ίδια οικονομική κατηγορία.‎
  22. Δυστυχώς η εικόνα που δείχνουμε προς τον «έξω» πληθυσμό που δεν ‎έχει καμιά σχέση με το κυνήγι δεν είναι και η καλύτερη, και αυτό, τα ‎τελευταία χρόνια έχει αντίκτυπο σε όλο τον κυνηγετικό κόσμο.‎
  23. Υπακούμε στους νόμους.‎
  24. Όσο άδικος και αν είναι ένας νόμος, αυτό που έχουμε να κάνουμε είναι ‎να παλέψουμε για να τον αλλάξουμε και όχι να τον καταπατούμε.‎
  25. Προσέχουμε τώρα στην έναρξη τις ζώνες διάβασης αποδημητικών και ‎όπου έχουμε αμφιβολία ρωτάμε τον κυνηγετικό μας σύλλογο ή το ‎δασαρχείο. Επίσης το ίδιο κάνουμε αν επισκεφθούμε άγνωστο ‎κυνηγότοπο και δεν ξέρουμε τις τοπικές απαγορεύσεις.‎
  26. Έχουμε πάντα την άδεια κυνηγίου μαζί μας όπως και την άδεια κατοχής ‎κυνηγετικού όπλου και τις επιδεικνύουμε στους θηροφύλακες, όπως και ‎το όπλο μας για έλεγχο (τρία φυσίγγια στις καραμπίνες κλπ).‎
  27. Περιθωριοποιούμε τους λαθροθήρες.‎
  28. Δείχνοντας ανοχή στον παραλογισμό της λαθροθηρίας, καταστρέφουμε ‎σιγά σιγά το μέλλον του κυνηγίου όσο αυτό και αν ακούγεται παράξενο.‎
  29. Οι ατομικοί δρόμοι της λαθροθηρίας δείχνουν πρώτα από όλα ‎περιφρόνηση προς τους νόμιμους κυνηγούς που επωμίζονται τεράστια ‎έξοδα για συντήρηση κυνηγόσκυλων και εξοπλισμών, και συνάμα ‎υποσκάπτουν την ανάπτυξη του θηράματος για το μέλλον.‎
  30. Εκτός αυτών, δυσφημούν το κυνήγι, και αποτελούν πρώτης τάξεως ‎επιχειρήματα στην αντι-κυνηγετική προπαγάνδα. ‎
  31. Σεβασμός στον συνάδελφο κυνηγό-γεωργό-κτηνοτρόφο.‎
  32. Ξέρουμε όλοι ότι το κυνήγι καταργεί τις «τάξεις» και όλοι στον ‎κυνηγότοπο είναι ίσοι. Όμως όλοι έχουμε γίνει μάρτυρες «κυνηγαρέικης» ‎συμπεριφοράς όπου σεβάσμιοι και γηραλέοι κύριοι γίνονται «σκουπίδια» ‎στο στόμα ασυγκράτητων και θερμόαιμων κυνηγών για ένα καρτέρι ‎τσίχλας. Προσέχουμε λοιπόν την συμπεριφορά μας στον κυνηγότοπο και ‎προς τους συναδέλφους κυνηγούς αλλά και προς του γεωργούς και ‎κτηνοτρόφους.‎
  33. Δένουμε το σκυλί μας όταν περνάμε από καλλιέργειες, το ίδιο και όταν ‎συναντούμε κοπάδι πρόβατα και ξέρουμε ότι το σκυλί μας είναι ατίθασο.‎
  34. Αφήνουμε τον κυνηγότοπο καθαρό.‎
  35. Τι πιο αποκρουστικό από το να εξερευνούμε έναν υπέροχο κυνηγότοπο ‎και να βρίσκουμε πεταμένα σκουπίδια ριγμένα στην άκρη του ‎μονοπατιού. ‎
  36. Δεν είναι τόσο δύσκολο να μαζέψουμε το κουτί από τα φυσίγγια μας και ‎τα κυπελάκια από τους καφέδες σε μια σακούλα και να τα πετάξουμε ‎στον γυρισμό σε έναν κάδο απορριμάτων. ‎
  37. Το ίδιο κάνουμε και με τους άδειους κάλυκες μας.‎
  38. Θέλουμε στην ουσία να λεγόμαστε προστάτες της φύσης, και όχι μόνο ‎στα λόγια.‎
  39. Συμπληρώνουμε το έντυπο «Άρτεμις»‎
  40. Όταν γυρίσουμε από τον κυνηγότοπο, δεν ξεχνάμε να συμπληρώσουμε ‎το έντυπο του προγράμματος «Άρτεμις»‎
  41. Το πρόγραμμα αυτό καταγράφει με την βοήθεια των κυνηγών την ‎πληθυσμιακή ανάπτυξη των θηραμάτων, και την κυνηγετική κάρπωση, ‎και βγάζει πολύ σημαντικά συμπεράσματα για την κατά τόπους ‎εξάπλωση των θηραματικών ειδών. Το έντυπο το προμηθευόμαστε από ‎τον κυνηγετικό μας σύλλογο και από τα καταστήματα κυνηγετικών ειδών.‎
  42. Το στέλνουμε ατελώς μέσω ταχυδρομείου στην επιστημονική ομάδα του ‎‎«Άρτεμις» μετά την λήξη της κυνηγετικής περιόδου.‎
  43. Ευχόμαστε σε όλους τους κυνηγούς καλή κυνηγετική χρονιά με πολλές ‎εμπειρίες και ασφαλείς κυνηγετικές εξόδους.‎
  44. Κυνηγετικός Σύλλογος Φιλιατών
  45. Για να γίνει κάποιος κυνηγός θα πρέπει: α) Να αποκτήσει άδεια κατοχής κυνηγετικού όπλου
  46. β) Σε περίπτωση που δεν επιθυμείς να αγοράσεις όπλο αλλά θα κυνηγάς με όπλο κάποιου φίλου ή συγγενή θα πρέπει να απευθυνθείς στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής σου για να σου χορηγηθεί βεβαίωση ΚΟ6, η οποία θα αναφέρει ότι πληρώ τις προϋποθέσεις για την απόκτηση άδειας κατοχής κυνηγετικού όπλου. Η διαδικασία είναι η ίδια και θα αναφερθεί παρακάτω.
  47. Να πάει στο Δασαρχείο όπου εκεί θα συμπληρώσει μια αίτηση για να συμμετέχει σε εξετάσειςπροσκομίζοντας επικυρωμένο φωτοαντίγραφο είτε της άδειας κατοχής κυνηγετικού όπλου είτε την βεβαίωση ΚΟ6.
  48. Έρχεται από τα γραφεία του Κυνηγετικού Συλλόγου και προμηθεύεται το ερωτηματολόγιο για τις εξετάσεις των νέων κυνηγών. Εναλλακτικά μπορείτε να κατεβάσετε το ερωτηματολόγιο με τις απαντήσεις εδώ.
  49. Την προκαθορισμένη από το Δασαρχείο ημέρα και ώρα (συνήθως είναι κάθε Τρίτη και 10:30 πμ, αφού έχει αρχίσει η κυνηγετική περίοδος) πηγαίνει για τις εξετάσεις.
  50. Εφόσον επιτύχεις στις εξετάσεις επανέρχεσαι στον Σύλλογο και προσκομίζεις τα εξής δικαιολογητικά:
  51. Δυο φωτογραφίες τύπου ταυτότητας
  52. Επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της άδειας κατοχής κυνηγετικού όπλου ή την βεβαίωση ΚΟ6
  53. Υπεύθυνη δήλωση με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής με το κείμενο «δεν ισχύει ανάκληση άδειας κατοχής κυνηγετικού όπλου εις βάρος μου»
  54. Το χρηματικό ποσό ανάλογα με τον τύπο της άδειας (τοπική – περιφερειακή – γενική ) προσαυξημένη κατά 1,78 €, ποσό για την εγγραφή νέου μέλους.
  55. Αφού εκδοθεί η άδεια κυνηγιού φροντίζω να ενημερώνομαι για τις απαγορευτικές διατάξεις, τους νόμους και τους κανόνες που ισχύουν στο κυνήγι, τις υποχρεώσεις μου σαν κάτοχος κυνηγετικού όπλου, φροντίζω για την συμμετοχή μου στις εκδηλώσεις του Συλλόγου και διαβάζω κυνηγετικά περιοδικά και εφημερίδες για την αρτιότερη ενημέρωση μου.
  56. ΑΔΕΙΑ ΚΑΤΟΧΗΣ ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΟΥ ΟΠΛΟΥ
  57. Η άδεια κατοχής κυνηγετικού όπλου είναι το απαραίτητο έγγραφο για την έκδοση άδειας θήρας και πρέπει πάντα να συνοδεύει το όπλο σε οποιαδήποτε μετακίνηση του.
  58. Μπορεί κάποιος να δώσει το όπλο του σε φίλο ή συγγενή για κυνήγι, μόνο και μόνο όταν το άτομο αυτό έχει άδεια θήρας.
  59. Η άδεια κατοχής κυνηγετικού όπλου έχει ισχύ για 10 χρόνια.(πριν λήξει ο κάτοχος πρέπει να φροντίσει για την ανανέωση της).
  60. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΟΥ ΟΠΛΟΥ
  61. Η άδεια κατοχής κυνηγετικού όπλου χορηγείται από το Αστυνομικό Τμήμα Ασφαλείας της περιοχής μόνιμης κατοικίας του ενδιαφερόμενου.
  62. Για να γίνει αυτό θα πρέπει ο ενδιαφερόμενος να:
  63. Κάνει αίτηση στο Αστυνομικό Τμήμα Ασφαλείας της περιοχής του να του χορηγηθεί Άδεια Αγοράς Κυνηγετικού Όπλου . Για την αίτηση αυτή απαιτείται η αστυνομική ταυτότητα και ένα πιστοποιητικό από Νευρολόγο, Ψυχίατρο ή Παθολόγο. Μετά την προσκόμιση των ανωτέρω ζητείται υπηρεσιακά το πιστοποιητικό ποινικού μητρώου τύπου Α του ενδιαφερόμενου. Για να εκδοθεί η Άδεια Αγοράς Κυνηγετικού Όπλου χρειάζεται χρονικό διάστημα τουλάχιστον 30 ημερών (η καθυστέρηση οφείλεται κυρίως στην αποστολή του ποινικού μητρώου)
  64. Όταν εκδοθεί η Άδεια Αγοράς Κυνηγετικού Όπλου, την παραλαμβάνει ο ενδιαφερόμενος και πηγαίνει για την αγορά του όπλου, από κατάστημα ή από ιδιώτη.

Διάφορα Κυνηγετικά Βίντεο

Ατρόμητος Λαγός

ΚΥΝΗΓΙ ....ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ

EKΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΚΥΛΟΥ - ΔΙΑΠΑΙΔΑΓΩΓΗΣΗ ΚΟΥΤΑΒΙΩΝ Α ΜΕΡΟΣ


EKΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΚΥΛOY - ΔΙΑΠΑΙΔΑΓΩΓΗΣΗ ΚΟΥΤΑΒΙΩΝ Β ΜΕΡΟΣ


Φωλιά Τσίχλας


Επίθεση Αγριόχοιρου



ΚΥΝΗΓΙ ΟΡΤΥΚΙΟΥ ΚΑΙ ΤΡΥΓΟΝΙΟΥ www.powervisionstudios.gr

Ασφαλή χρήση όπλου για νεαρούς σκοπευτές. Από τον Μπάμπη Αιγινήτη

Φάσσα

Φάσσα – Columba Palumbus

Η Φάσσα Columba palumbus είναι το μεγαλύτερο είδος της οικογένειας των περιστεροειδών Columbidae και είναι προικισμένη με εξαιρετική πτητική ικανότητα και τέλεια αναπτυγμένες τις αισθήσεις της όρασης και τις ακοής.
Πρόκειται για ένα πουλί που το μέγεθός του κυμαίνεται από 38-43 εκατοστά, με άνοιγμα φτερούγων από 68-77 εκατοστά και βάρος μεταξύ 450 – 550 γραμμαρίων.
Γένος πτηνών που ανήκει στην οικογένεια Περιστερίδες, τάξη Περιστερόμορφα. Η οικογένεια περιλαμβάνει 250 είδη. | Κατηγορία: Περιστερόμορφα.
Είναι σαφώς μεγαλύτερη από το κοινό περιστέρι με πιο συμπαγές και μακρουλό σώμα, αλλά διαθέτει μακρύτερη ουρά και λεπτότερο κεφάλι. Το δύο φύλα μοιάζουν παρόμοια. Η Φάσσα είναι σταχτόχρωμη στο κεφάλι και στην ράχη, ενώ στο στήθος διακρίνονται πρασινωπές και πορφυρές ανταύγειες. Η κοιλιά είναι γκριζωπή όπως και η μακριά ουρά με το μαύρο τελείωμα και την γκριζόλευκη ρίγα πριν από την άκρη που ξεχωρίζει όταν κατά την πτήση ανοίγει σαν βεντάλια. Είναι εύκολα αναγνωρίσιμη από την άσπρη βούλα στα πλάγια του λαιμού και από την λευκή κάθετη ρίγα στην φτερούγα, που διακρίνεται κατά την πτήση. Τα νεαρά του είδους είναι σκουρόχρωμα χωρίς την χαρακτηριστική λευκή κηλίδα του λαιμού.
Είναι ενδημικό είδος στην χώρα μας, αλλά και κοινός χειμερινός επισκέπτης. Την συναντάμε συνήθως τις αρχές του Οκτώβρη, σε μεγάλα κοπάδια μέχρι και των 300 ατόμων σε καλλιεργημένες εκτάσεις, σε χωράφια και ξέφωτα, προκαλώντας πολύ συχνά μεγάλες ζημιές στις καλλιέργειες. Την συναντούμε και σε ολόκληρη την Ευρώπη, τη Κύπρο, την Δυτική Ασία και την Βόρειο Αφρική. Είναι γενικά δειλό πουλί και δεν πλησιάζει συχνά τις αστικές περιοχές και τα πάρκα. Προτιμά να εγκαθίσταται σε δάση φυλλοβόλων, μικτών και κωνοφόρων και σε δάση βελανιδιάς. Ξεπετιέται μέσα από τα δέντρα φτεροκοπώντας δυνατά και επισκέπτεται τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις για να τραφεί. Παρά τα αργά της φτεροκοπήματα η ταχύτητα πτήσης της αγγίζει τα 80 χιλιόμετρα την ώρα.
Το διαιτολόγιό της απαρτίζεται από μεγάλη ποικιλία σπόρων και καρπών από άγρια δέντρα βελανιδιάς, καστανιάς, οξιάς, πουρνάρια και κούμαρα καθώς και ήμερα φυτά όπως σιτάρι, καλαμπόκι και ηλίανθο, βλαστούς, σκουλήκια ή σαλιγκάρια.
Είναι κοινωνικό και μονογαμικό πουλί και σχηματίζει συχνά μεγάλα σμήνη με άτομα της ίδιας οικογένειας. Η αναπαραγωγική περίοδος ξεκινά από τον Απρίλιο μέχρι τον Σεπτέμβριο. Προτιμά να φωλιάζει σε δέντρα, φράχτες, παλιά κτίρια χτίζοντας όπως τα περισσότερα είδη περιστεριών, (τρυγόνια, φασσοπερίστερα, αγριοπερίστερα, διαμαντοπερίστερα, δεκοχτούρες) άκομψες και άτσαλες φωλιές από κλαδάκια. Η θηλυκιά γεννάει από 2-3 λευκά αυγά την επώαση και την διατροφή των οποίων φροντίζουν εξίσου και οι δύο γονείς. Η επώαση διαρκεί 2-3 εβδομάδες περίπου. Οι νεοσσοί ταΐζονται από ένα ειδικό παχύρρευστο υγρό που εκκρίνουν οι γονείς από τον πρόλοβό τους και είναι γνωστό σαν «γάλα». Ανεξαρτητοποιούνται και εγκαταλείπουν την φωλιά μέσα σε 33-34 ημέρες. Οι γονείς καταφέρνουν να μεγαλώσουν 2-3 γενιές σε κάθε αναπαραγωγική περίοδο.
Η οξύτατη όρασή της και η πολύ καλή ακοή της την προφυλάσσουν συχνά από τους εχθρούς της που την κυνηγούν συστηματικά, ενώ πολλές φορές και οι νεοσσοί πέφτουν θύματα άλλων αρπακτικών.
Δεν φημίζεται για το μελωδικό της κελάηδημα, αλλά για τα βραχνά γουργουρητά και επαναλαμβανόμενα καλέσματά της.
Η μεταβολή του φυσικού περιβάλλοντος, η αλλαγή των καλλιεργειών που ελαχιστοποιούν την πιθανότητα εύρεσης τροφής και το κυνήγι που υφίσταται, έχει μειώσει αρκετά τον πληθυσμό τους και τα έχει εξαναγκάσει σε μετακινήσεις προς άλλες χώρες για εύρεση τροφής.
Πολλές φορές συγχέεται με τα φασσοπερίστερα, επειδή μπορεί να σχηματίσει μικρά σμήνη μαζί τους. Τα φασσοπερίστερα όμως είναι πολύ μικρότερα σε μέγεθος, δεν έχουν καθόλου λευκό χρώμα στο φτέρωμά τους, έχει κοντύτερη ουρά και μοιάζει περισσότερο με το κοινό περιστέρι. Έχει σαφώς πιο ενεργητικό πέταγμα από τη φάσσα με γρήγορα, κοφτά φτεροκοπήματα που συνοδεύονται και από αερογλιστρήματα.

Φασιανός

Φασιανός (Phasianus colchicus).

Ο αληθινός φασιανός κατάγεται από την Ασία , συγκεκριμένα από τις όχθες του ποταμού Φάσου απ’ όπου , σύμφωνα με τον θρύλο, μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και στη Ευρώπη , από τον Ιάσονα και τους αργοναύτες.
Στην Γαλλία όπως φαίνεται πρωτοεμφανίστηκε από τον 9ο αιώνα. Για μεγάλο χρονικό διάστημα τον συναντάμε μόνο σε μερικά όμορφα βασιλικά κυνήγια της Ιλ-ντε-Φρανς . Η εύκολη όμως εκτροφή του ευνόησε στην συνέχεια Την εξάπλωση του. Σήμα κατατεθέν αυτού του πουλιού είναι η πολύ μακριά και μυτερή ουρά. Πολύχρωμο και πλουμιστό το αρσενικό , πιο λιτό στην εμφάνιση το θηλυκό.
Τον περασμένο αιώνα φώλιαζαν Φασιανοί στην Μακεδονία , στην Εύβοια , στην Αιτωλοακαρνανία, ακόμη και στην Αττική. Σήμερα ο αυτόχθων πληθυσμός του επιδημητικού αυτού είδους, πολύ περιορισμένος, επιβιώνει μόνο στο Δέλτα του Νέστου, στο παραποτάμιο δάσος του Κοτζά Ορμάν όπου απαντιούνται λίγες εκατοντάδες άτομα. Οι φασιανοί του Νέστου αποτελούν υπόλειμμα του γενετικά καθαρού και αγρίου πληθυσμού του είδους , δεν πρόκειται δηλαδή για απελευθερωμένα πουλιά [που έχουν εισαχθεί στην Ελλάδα και που βρίσκονται σε άλλα μέρη.
Ο φασιανός για το κυνήγι (Phasianus colchicus colchicus), δεν πρέπει να συγχέεται με τον φασιανό με περιλαίμιο (Phasianus colchicus torquatus), που μεταφέρθηκε από την Κίνα , τον περασμένο αιώνα. Άλλα υπο-είδη έχουν εισαχθεί στην Ευρώπη κατά την ίδια περίοδο, όπως ο φασιανός της Φορμόζας με πολύ ανοικτόχρωμο φτέρωμα.
Οι άγριοι Φασιανοί είναι πολύ όμοιοι με τους ήμερους , μολονότι σκουρότεροι και πιο μικροί σε μέγεθος. Επίσης, δεν έχουν το λευκό «κολάρο» των ήμερων πουλιών.
Οι πλήθος υβριδιώσεις που έγιναν, συγκεκριμένα ανάμεσα σε φασιανό κυνηγιού και σ’ αυτόν με το περιλαίμιο , δεν επέτρεψαν καθόλου την ουσιαστική απομόνωση ενός ιδιαίτερου τύπου.
Ο αρσενικός έχει μήκος 76-89 εκατοστά και βάρος 1,4 -2 κιλά, στιλπνό σκουροπράσινο κεφάλι, κατακόκκινο σάρκωμα γύρω από τα μάτια και κοντές φούντες σαν κερατάκια…, πίσω από τα αφτιά.
Όταν τα μάγουλα του αρσενικού φουσκώσουν όταν θυμώσει η αναστατωθεί παρατηρούμε την εμφάνιση δύο μικρών κεράτων στην κάθε πλευρά του κεφαλιού , που αντιστοιχούν σε δύο μικρά φτερά αστραφτερού πράσινου.
Το υπόλοιπο φτέρωμα έχει αποχρώσεις κοκκινωπές και κιτρινικάστανες. Τα αρσενικά των απελευθερωμένων πληθυσμών έχουν ένα λευκό , στενό περιλαίμιο. Πιο απλός σε εμφάνιση ο θηλυκός , μήκους 53-64 εκατοστά και βάρους περίπου 1,2 κιλά, με σχεδόν ομοιόμορφο ανοιχτό καφετί πτέρωμα, αλλά και με κοντύτερη ουρά. Και χωρίς περιλαίμιο. Αυτό το βοηθά να περνά απαρατήρητο κατά την διάρκεια της φωλιάς , όταν κλωσάει.
Όταν νιώσει τον κίνδυνο, ο φασιανός προτιμάει να κρυφτεί μέσα στους θάμνους παρά να πετάξει. Το φτερούγισμα του είναι δυνατό.
Τρέφεται με σπόρους , φυτά, έντομα δημητριακά, σκουλήκια, μικρά σπονδυλωτά. Ο αρσενικός όταν πετάγεται μέσα από τις φτέρες και τα χορτάρια βγάζει ένα χαρακτηριστικό ήχο «γκοκ γκοκ» ενώ κράζει με την διαπεραστική του κραυγή «κερρκ-κοκ» .
Το θηλυκό ξεπετιέται αφήνοντας ένα λεπτό σφύριγμα. Από τις πρώτες μέρες του Μάρτη , αν οι κλιματολογικές συνθήκες είναι ήπιες, το αρσενικό εγκαταλείπει το μικρό κοπάδι με το οποίο πέρασε τον χειμώνα για να φύγει αναζητώντας μια περιοχή κοντά σε λίμνη , ένα προφυλαγμένο χώρο , ανάμεσα σε θάμνους , κοντά σε ένα καταφύγιο , σ’ ‘ένα χωράφι η σ’ ένα αυλάκι. Επικυρώνει στη συνέχεια την εδαφική του διεκδίκηση κι αποζητά την προσέλκυση θηλυκών βγάζοντας την χαρακτηριστική κραυγή σε δύο τόνους «Κοκ Κοκ Κρόκ» που την συνοδεύει με δυνατό κτύπημα φτερών . Βίαιες μάχες γίνονται , με χτυπήματα των νυχιών γίνονται μεταξύ αρσενικών. Το αρσενικό που θα κυριαρχήσει μπορεί να μαζέψει γύρω του μέχρι δέκα θηλυκά. Το ιδανικό είναι ένα αρσενικό με τέσσερα θηλυκά.
Αφού γονιμοποιηθούν τα θηλυκά , φεύγουν αναζητώντας τόπο για φωλιά, κοντά στα όρια ενός δάσους κλπ Το αρσενικό δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για τα μικρά του.
Φωλιάζει στο έδαφος , στους αγρούς, στα δάση, σε θαμνώδεις εκτάσεις . Γεννάει τον Μάιο-Ιούνιο από 8-15 αβγά που κλωσάει το θηλυκό επί 23-28 μέρες.
Τα μικρά του φασιανού τρέφονται κατά τις πρώτες τρεις εβδομάδες , με ζωικές πρωτεΐνες, σκουλήκια , σκαθάρια, μυρμήγκια , σαρανταποδαρούσες , έντομα και οστρακοειδή.
Η τροφή του ενήλικου πουλιού ποικίλλει στη συνέχεια ανάλογα με τις εποχές και τον περίγυρο . Είναι κύρια χορτοφάγο πουλί , τρώει σπόρους δημητριακών , καλαμπόκι , σιτάρι, βρώμη, φρούτα και καρπούς τους δάσους , ρίζες και γογγύλια, πράσινα φύλλα και νεαρά βλαστάρια. Δεν περιφρονεί όμως τα σκουλήκια , τα σκαθάρια η τα έντομα, ακόμη και μικρά ερπετά σαύρες η φίδια. Επίσης τσιμπολογά και χαλίκια που αποθηκεύει στην γκούσα του , θα διευκολύνουν τη διάλυση των τροφών και το πέρασμα τους από το πεπτικό σωλήνα.
Οι εχθροί του είναι τα δι’ άφορα αρπακτικά , όπως αλεπού, κουνάβι, ασβός , γεράκια κ.λ.π.

Τσίχλα


Τα είδη της Τσίχλας:
Κοκκινότσιχλα
Αναπαράγεται κυρίως σε υψηλά και λιγότερο σε μεσαία γεωγραφικά πλάτη. Προτιμάει υποαρκτικά και αρκτικά κλίματα σε επίπεδες και ορεινές εκτάσεις. Αποφεύγει τον πάγο και το χιόνι καθώς και τον κρύο καιρό και τις καταιγίδες.
Προτιμάει κάλυψη από σημύδες ή μικτά δάση συχνά με πολλά έλατα και πεύκα κυρίως κατά μήκος ποταμών και πλημμυρισμένων εκτάσεων. Ακόμα προτιμάει δάση χαμηλής σημύδας, χαμηλές ιτιές και κέδρα σε ελώδης εκτάσεις. Σε μερικές περιπτώσεις αναπαράγεται και σε πάρκα πόλεων.
Μεταναστεύσεις
Είναι μεταναστευτικό ή μερικώς μεταναστευτικό. Διανύει μεγάλες αποστάσεις που φτάνουν και τις 6.500 Km για να φτάσει στις περιοχές που ξεχειμωνιάζει. Οι μεταναστεύσεις κάθε χρόνο δεν ακολουθούν συγκεκριμένη πορεία και είναι περισσότερο τυχαίες, π.χ δακτυλιώθηκαν άτομα που ξεχειμώνιαζαν στην Αγγλία και τους επόμενους χειμώνες βρέθηκαν στην Ιταλία, Ελλάδα και ακόμα μακρύτερα.
Τροφή – Aναπαραγωγή
Τρέφεται με ασπόνδυλα κυρίως το φθινόπωρο και το χειμώνα και λιγότερο την άνοιξη που τρέφεται περισσότερο με καρπούς. Τρέφεται στο έδαφος στα δένδρα και στους θάμνους.
Είναι είδος που ζει κοπαδιαστά εκτός της αναπαραγωγικής περιόδου. Μεταναστεύει σε κοπάδια με χαλαρή δομή.
Κατά την περίοδο της αναπαραγωγής, τα ζευγάρια παραμένουν μαζί για δεύτερη φωλεοποίηση, αλλά διαλύονται με το τέλος της. Οι χωροκράτειες είναι καλά κατανεμημένες. Σε άριστους όμως βιότοπους σχηματίζουν χαλαρές αποικίες. Η έναρξη της ωοτοκίας τοποθετείται στις αρχές Μαίου. Φωλεωποιεί δύο φορές το χρόνο. Γεννάει 4-6 αυγά. Η επώαση διαρκεί 12-13 μέρες. Οι νεοσσοί είναι έτοιμοι να πετάξουν σε ηλικία 8-12 ημερών.
Κελαηδότσιχλα (Turdus philomelos).
Ευρέως διαδεδομένη σε ηπειρωτικά και εύκρατα κλίματα, αλλά και στα βόρεια και οριακά υποαρκτικά.
Αντέχει το κρύο την υγρασία και τους ανέμους όχι όμως την ξηρασία και τη μεγάλη ζέστη. Επίσης δεν ζει σε επίμονες παγωνιές και μεγάλης διάρκειας χιονοκάλυψη.
Είναι δυνατόν να ζει οπουδήποτε υπάρχουν δέντρα ή θάμνοι που να συνοδεύονται: με ανοιχτές χορτολιβαδικές εκτάσεις, στρώματα με ξερά φύλλα κάτω από τα δέντρα ή υγρό έδαφος εφοδιασμένο με ασπόνδυλα και άλλους ζωικούς οργανισμούς που αποτελούν την τροφή της
Βασικά είναι πουλί του δάσους. Απαιτεί επαρκή αναγέννηση και χαμηλή βλάστηση.
Η μοντέρνα εκμετάλλευση των γεωργικών εκτάσεων, η βιομηχανική εκμετάλλευση και οι αστικές χρήσεις της γης, την έχουν οδηγήσει ιδίως στη δυτική Ευρώπη, σε μικρά δάση, πάρκα,φυσικούς φράχτες, πλευρές δρόμων, κήπους, και αλσύλλια εντός των πόλεων.
Μεταναστεύσεις
Περισσότερο ενδημικό στις νότιες και δυτικές περιοχές, αλλά οι βορειότεροι πληθυσμοί είναι μερικώς ή ολικά μεταναστευτικοί. Τα περισσότερα άτομα μετακινούνται σε περιπτώσεις βαρυχειμωνιάς.
Σε αντίθεση με την κεδρότσιχλα και την κοκκινότσιχλα δείχνουν μεγάλη προτίμηση σε συγκεκριμένες περιοχές κατά την περίοδο του χειμώνα.
Οι φθινοπωρινές μετακινήσεις των βόρειων πληθυσμών αρχίζουν τον Αύγουστο με το κύριο πέρασμα το Σεπτέμβριο μέχρι της αρχές Νοεμβρίου.
Αυτά που ξεχειμωνιάζουν στις παραμεσόγειες περιοχές αρχίζουν να φτάνουν εκεί στα μέσα Οκτωβρίου, με συχνές αφίξεις και αργότερα.
Σε περιπτώσεις βαρυχειμωνιάς οι πληθυσμοί της Ευρώπης φτάνουν μέχρι τη βόρεια Αφρική και επιστρέφουν από εκεί στα τέλη Μαρτίου με αρχές Απριλίου.
Τα πουλιά επιστρέφουν στις περιοχές αναπαραγωγής σταδιακά από Νότο προς Βορρά, από τα μέσα Μαρτίου νοτιότερα μέχρι τα μέσα Μάιου στη Βόρεια Ευρώπη.
Τροφή
Περιλαμβάνει μια μεγάλη γκάμα ασπόνδυλων, καθώς επίσης και καρπούς , ανάλογα με τα διαθέσιμα κάθε χρονιάς. Τα σαλιγκάρια είναι σημαντικό κομμάτι της διατροφής, κυρίως κατά τη διάρκεια πολύ άσχημων καιρικών συνθηκών, που τα υπόλοιπα είδη της τροφής δεν είναι διαθέσιμα. Κρατάει τα σαλιγκάρια με το ράμφος , από το κέλυφος ή από το σώμα τους και τα χτυπάει σε σκληρές επιφάνειες πχ πέτρες και μόλις σπάσει ένα κομμάτι από το κέλυφος, τότε τραβάει έξω το σώμα του σαλιγκαριού και αφού το σκουπίσει στο έδαφος το τρωει. Αυτή η συνήθεια είναι έμφυτη.
Κοινωνική συμπεριφορά.
Εντός της αναπαραγωγικής περιόδου είναι περισσότερο ή λιγότερο μοναχικό είδος , ή λίγο κοινωνικό κατά τη συλλογή της τροφής και το κούρνιασμα. Την περίοδο της μετανάστευσης όμως σχηματίζει μεγάλα κοπάδια τα οποία έχουν χαλαρή δομή.
Στις περιοχές που οι πληθυσμοί είναι περισσότερο ενδημικοί , κυρίως τα αρσενικά αλλά και λίγα θηλυκά κατέχουν συγκεκριμένες χειμωνιάτικες περιοχές , οι οποίες πάνω κάτω συμπίπτουν με τις χωροκράτειες την περίοδο της αναπαραγωγής.
Αναπαραγωγή
Είναι είδος μονογαμικό. Τα ζευγάρια αρχίζουν να σχηματίζονται προοδευτικά ξεκινώντας από το χειμώνα. Η συμπεριφορά αυτή διακόπτεται από περιόδους άσχημου καιρού και φτάνουμε σε σχηματισμένα ζευγάρια στις αρχές της Άνοιξης.
Τα αρσενικά κελαηδούν. Τα ενδημικά αρχίζουν το κελάηδημα ,όταν οι χωροκράτειες ξεκαθαρίζονται στα τέλη του φθινοπώρου με διακοπή το χειμώνα.
Τα μεταναστευτικά αρσενικά κελαηδούν μόλις επιστρέψουν στις περιοχές που αναπαράγονται και σταματούν περί τα μέσα Ιουλίου.
Η περίοδος αναπαραγωγής είναι από το Μάιο μέχρι τον Ιούλιο. Ξεκινάει στα μέσα Μαρτίου στη Νότια Ευρώπη, φτάνει τα μέσα Απριλίου στην Κεντρική, Ανατολική και τέλος στη Βόρεια Ευρώπη ξεκινάει στα μέσα Μαίου.
Φωλεοποιεί μέχρι 4 φορές το χρόνο, όχι όμως παραπάνω από 2 στις βόρειες εξαπλώσεις.
Φτιάχνει τη φωλιά σε κορμούς μικρών δέντρων ή θάμνων ή πάνω στα κλαδιά. Εκεί τη στηρίζει σε μικρούς βλαστούς ή σε αρθρώσεις υψηλών κλαδιών. Επίσης έχουν βρεθεί φωλιές σε αναρριχητικά φυτά πάνω σε τοίχους, σε περβάζια, ακόμα και στο έδαφος ανάμεσα σε πυκνή βλάστηση.
Η φωλιά αποτελείται από μικρούς βλαστούς, χόρτα και βρύα. Είναι χαλαρή από την εξωτερική πλευρά, αλλά πυκνή και συμπαγής στο εσωτερικό, στρωμένη με ένα συμπαγές στρώμα από λάσπη και τρίματα σάπιου ξύλου, αναμεμιγμένα με ξερά φύλα. Τα αυγά είναι γυαλιστερά κυανού χρώματος με μικρά ακανόνιστα στίγματα. Γεννάει 2-5 αυγά. Λιγότερα στην πρώτη και τελευταία φωλιά και περισσότερα στη μεσαία. Η επώαση διαρκεί κατά μέσο όρο 13-14 ημέρες (10-17). Η νεοσσοί είναι έτοιμοι να πετάξουν σε ηλικία 11-17 ημερών. Οι νεοσσοί ταΐζονται και από τους δύο γονείς.
Τσαρτσάρα (Turdus viscivorus).
Είναι η λιγότερο μεταναστευτική από τις υπόλοιπες τσίχλες. Το φθινόπωρο σχηματίζει χαλαρές ομάδες από οικογένειες. Το χειμώνα συνήθως ζει μοναχικά.
Παλιότερα υπήρχε μόνο σε μεσαία και υψηλότερα ηπειρωτικά γεωγραφικά πλάτη. Αλλά τα τελευταία 200 χρόνια έχει επεκταθεί στην ωκεάνια ζώνη, κυρίως στη Βρετανία και την Ιρλανδία.Παρά την τολμηρή και ρωμαλέα εμφάνιση της, την αντοχή της στη βροχή και στον αέρα, είναι τρωτή στο κρύο, κυρίως στο χιόνι και τον πάγο. Επίσης αποφεύγει ξηρές και πολύ ζεστές περιοχές. Σε ορεινές περιοχές προτιμά μεσαία υψόμετρα από 800-1800 μέτρα. Στη μεσογειακή ζώνη επιλέγει βιότοπους με ψηλά δέντρα και ανοικτές χορτολιβαδικές εκτάσεις. Όχι όμως κοντά σε ανθρώπους. Αποφεύγει γυμνές από δέντρα περιοχές ακόμα και αυτές με αραιή κάλυψη καθώς και τους υγροτόπους.
Στη βόρεια και ανατολική εξάπλωση της στην Ευρώπη οι πληθυσμοί της είναι μεταναστευτικοί, ενώ στη νότια και δυτική εξάπλωση είναι περισσότερο ενδημικοί. Εκεί παρατηρούνται μικρές τοπικές μετακινήσεις κυρίως για εξεύρεση τροφής.
Τροφή
Τρέφεται με μια ποικιλία ασπόνδυλων και με καρπούς κυρίως το φθινόπωρο και το χειμώνα. Τρέφεται στο έδαφος, στα δέντρα και τους θάμνους, καθώς και στον αέρα όπου συλλαμβάνει έντομα. Επίσης τη βλέπουμε να πετάει στο ενάμιση μέτρο από το έδαφος για να συλλέξει βατόμουρα. Στην Ελλάδα τροφή της είναι και οι καρποί των παρασιτικών φυτών(ιξός): Viscum album, παρασιτικού φυτού της ελάτης και του Loranthus europaeus, παρασιτικού φυτού της δρυός και της καστανιάς. Μάλιστα η τσαρτσάρα, με τα κόπρανα της συμβάλει καθοριστικά στην εξάπλωση των σπόρων του παρασίτου στα υγιή δέντρα , με αποτέλεσμα να προκαλείται από το παράσιτο ζημιά στην ποιότητα του ξύλου(της ελάτης κυρίως)
Είναι είδος που ζει κοπαδιαστά κυρίως, στα τέλη του καλοκαιριού και αρχές του φθινοπώρου.
Αναπαραγωγή
Μετά των Οκτώβριο βλέπουμε τα ζευγάρια ή μεμονωμένα άτομα να αμύνονται συγκεκριμένες περιοχές όπως ομάδες δέντρων όπου υπάρχει τροφή. Οι χωροκράτειες που καταλαμβάνουν τα ζευγάρια είναι πολύ μεγάλες σε σύγκριση με αυτές του κότσυφα και της κελαηδότσιχλας στην ίδια περιοχή.
Αρχίζει να γεννάει στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου, ενώ στο βορρά η έναρξη της ωοτοκίας φτάνει και τις αρχές Μάιου. Γεννάει 3-5 αυγά και φωλεοποιεί 2-3 φορές. Η διάρκεια της επώασης είναι 12-15 ημέρες και οι νεοσσοί πετούν στις 12-15 ημέρες.
Κεδρότσιχλα (Turdus pilaris)
Αναπαράγεται σε μεσαία και υψηλά γεωγραφικά πλάτη. Σε δάση σημύδας, πεύκης , ελάτης, σκλήθρων καθώς και μικτά δάση. Επίσης σε κράσπεδα υγρών χορτολιβαδικών περιοχών, κατά μήκος των ποταμών και σε ελώδεις εκτάσεις.
Στη Σκανδιναβία αναπαράγεται σε υψόμετρα άνω των 1000 μέτρων όπου τα κέδρα και μικρές σημύδες προσφέρουν προστασία και κάλυψη. Έχει παρατηρηθεί να φωλιάζει και σε βραχώδεις προεξοχές με αραιή θαμνοκάλυψη.
Το χειμώνα προτιμάει να ζει στα όρια δασών και χορτολιβαδικών εκτάσεων, αποφεύγει τα δάση, τους βάλτους και τους υγροτόπους και τις περιοχές κοντά στον άνθρωπο (εκτός από περιπτώσεις μεγάλου ψύχους).
Είναι είδος μεταναστευτικό και μόνο σε ελάχιστες ιδανικές περιπτώσεις παραμένει στο ίδιο μέρος ή μετακινείται λίγο. Περίοδοι ισχυρού ψύχους προκαλούν ξαφνικές μεταναστεύσεις που φτάνουν και τα 1600 χιλιόμετρα
Τροφή
Ασπόνδυλα και καρποί σε όλες τις εποχές του χρόνου ανάλογα με τα διαθέσιμα. Είναι δυνατόν να τρέφεται και μόνο με καρπούς. Τρέφεται στο έδαφος, στα δέντρα και στους θάμνους. Επίσης συλλαμβάνει έντομα στον αέρα. Τέλος έχει παρατηρηθεί να μπαίνει σε ρηχά νερά και να πιάνει μικρά ψάρια, καθώς και να τσιμπολογάει νεκρά ψάρια.
Είναι το πιο αγελαίο είδος από τις υπόλοιπες τσίχλες, εκτός της αναπαραγωγικής περιόδου, με κοπάδια που αποτελούνται με μερικές χιλιάδες άτομα κατά τη μετανάστευση.
Αναπαραγωγή
Είναι είδος μονογαμικό. Δεν έχει παρατηρηθεί πολυγαμία. Έχουν παρατηρηθεί ζευγάρια να είναι μαζί και δεύτερη αναπαραγωγική περίοδο. Αναπαράγεται μοναχικά ή σε αποικίες.
Αξιοσημείωτο είναι ότι για την προστασία των φωλιών από τους άρπαγες εμφανίζουν επιθετική συμπεριφορά: μαζεύονται και πετούν ενάντια στον άρπαγα χτυπώντας τον και κουτσουλώντας των, μέχρι να τον αποθαρρύνουν. Αναφέρονται περιπτώσεις που ο άρπαγας πέφτει από το δένδρο και σκοτώνεται.
Η έναρξη της ωοτοκίας τοποθετείται στις αρχές Απριλίου μέχρι και τις αρχές Ιουνίου στις πιο βόρειες περιοχές. Φωλεωποιεί 1-2 φορές. Τη φωλιά τη φτιάχνει στις αρθρώσεις των κορμών και των κλαδιών των δέντρων. Γεννάει 3-7 αυγά και τα επωάζει 10-13 ημέρες. Οι νεοσσοί πετούν τη 12-15 ημέρα.
Κότσυφας ο κοινός, Turdus merula
H πιο διαδεδομένη τσίχλα που συναντάται ευρύτατα στην Ελληνική ύπαιθρο είναι ο Κότσυφας, ο κοινός. Το κοτσίφι ή Μαυροπούλι όπως το φωνάζουν στην Κύπρο, είναι ευρύτατα διαδεδομένο πουλί όχι μόνο στην Ελλάδα και την Ευρώπη, αλλά και την Ρωσία, την Ασία, την Βόρεια Αφρική, ακόμα και στην Αυστραλία και την Ν. Ζηλανδία.
Αν και είναι μοναχικό πουλί αναγνωρίζεται εύκολα από το κατάμαυρο λαμπερό φτέρωμά του, από το πορτοκαλοκίτρινο, σχεδόν στο χρώμα του κεχριμπαριού ράμφος του, αλλά και από τον κίτρινο στενό οφθαλμικό δακτύλιο που περικλείει τα μεγάλα μάτια του. Το ράμφος του αρσενικού σκουραίνει ελαφρώς το χειμώνα. Το ενήλικο θηλυκό έχει γκριζοπράσινο φτέρωμα, καφετί λαιμό και ασαφείς ραβδώσεις στο στήθος. Το ράμφος είναι σκουρόχρωμο, ενώ η ουρά και στα δύο φύλα είναι μακριά. Συχνά συγχέεται με το ψαρόνι λόγω του σκούρου φτερώματος, αλλά ο κότσυφας ξεχωρίζει από το χαρακτηριστικό του περπάτημα και το τίναγμα της ουράς του την ώρα που προχωρά με γρήγορα άλματα ή στέκεται ακίνητος. Είναι ένα μεσαίου μεγέθους πουλί που δεν ξεπερνάει τα 29 εκατοστά εκ των οποίων τα 12 εκατοστά αποτελούν την ουρά. Σε πτήση το άνοιγμα των φτερών του αγγίζει τα 38 εκατοστά και ζυγίζει μέχρι 90 γραμμάρια.
Ο κότσυφας είναι ενδημικό αλλά και αποδημητικό πουλί. Με το τέλος του Φθινοπώρου πολλά πουλιά του είδους μεταναστεύουν στη χώρας μας από τις Βόρειες παγωμένες χώρες όπως τις Ρωσία, Σκανδιναβία, για να περάσουν τον χειμώνα σε πιο ζεστά μέρη.
Ο κότσυφας μπορεί να κάνει την εμφάνισή του όπου υπάρχει πράσινο. Άλση, πάρκα, ρεματιές, φράχτες, δάση, πουρνάρια θαμνώδεις εκτάσεις είναι μέρη που προτιμά να ζει και να αναπαράγεται. Βουνά αλλά και πόλεις αποτελούν τον κυριότερο βιότοπό του. Επειδή συνήθως βρίσκει καταφύγιο σε χαμηλή πυκνή βλάστηση αλλά και σπανιότερα σε σκιερά δασώδη μέρη, τα τελευταία χρόνια ο πληθυσμός τους υφίσταται μείωση από τους εχθρούς του. Εκτός από τον άνθρωπο που τον κυνηγά γιατί το κρέας του θεωρείται εκλεκτό έδεσμα αλλά και τον φυλακίζει για να απολαύσει το μελωδικότατο κελάηδημά του, κυνηγιέται έντονα και από τους φυσικούς του εχθρούς που είναι άλλα αρπαχτικά πουλιά ή και τα φίδια, οι σκαντζόχοιροι, οι γάτες, οι νυφίτσες, οι αλεπούδες κτλ. Η μείωση των βιότοπων λόγω των καλλιεργειών αλλά και η αλόγιστη χρήση φυτοφαρμάκων είναι και επίσης από τους σημαντικούς παράγοντες της μείωσης του πληθυσμού.
Είναι από τα πρώτα πουλιά που φτιάχνει τον Μάρτη την φωλιά του. Επιλέγει να την χτίσει όχι πολύ χαμηλά στο έδαφος αλλά όπου υπάρχει πυκνή θαμνώδης βλάστηση. Με λεπτά κλαδάκια, χόρτα, τρίχες, λάσπη και φτερά επιμελείται με επιδεξιότητα την κατασκευή μιας καλαθωτής περίτεχνης φωλιάς. Εκεί γεννάει από 3-6 γαλαζωπά αυγά με καφεκόκκινα στίγματα και μέχρι τέλος του Ιουνίου που τελειώνει η αναπαραγωγική περίοδος γεννάει ακόμα 2-3 φορές. Η περίοδος της εκκόλαψης διαρκεί από 15-19 ημέρες και την φροντίδα των νεοσσών αναλαμβάνουν εξίσου και οι δύο γονείς για είκοσι περίπου μέρες. Η πλήρης ανεξαρτητοποίηση έρχεται μετά την 35η μέρα. Πολλές φορές η κακοκαιρία του Μαρτίου δεν αφήνει τους ευάλωτους νεοσσούς να επιβιώσουν και ο στοργικός κότσυφας καταδικάζεται να περιμένει την επόμενη γέννα για να δει τα παιδιά του να ξεπεταρίζουν από την φωλιά. Κάθε ζευγάρι καταλαμβάνει την δική του περιοχή και τα αρσενικά δεν διστάζουν να οδηγηθούν και σε τραυματισμούς για να προστατέψουν την περιοχή τους από άλλα πουλιά του είδους τους.
Κατά την αναζήτηση της τροφής του πεταρίζει χαμηλά πάνω από το έδαφος και ψάχνει στα χαμόκλαδα και τις ρίζες των δέντρων να βρει ελιές, σπόρους, κούμαρα, έντομα, γαιοσκώληκες, μούρα και φρούτα από οπορωφόρα δέντρα. Αν και καχύποπτο πουλί, δεν διστάζει να τρυπώσει με θράσος ακόμα και σε αυλές σπιτιών προκειμένου να εξασφαλίσει την απαραίτητη τροφή. Έχει την ικανότητα να ανασηκώνει με το ράμφος του τα φύλλα ψάχνοντας από κάτω για έντομα και σαλιγκάρια και να στρέφει το κεφάλι κοιτώντας λοξά με τα μεγάλα του μάτια.
Το εντυπωσιακό κελάηδημα του κότσυφα έχει δυνατό, καθαρό, μελωδικό ήχο που ακούγεται από τον Φλεβάρη μέχρι περίπου τον Ιούλιο. Προσελκύει το θηλυκό με γλυκά καλέσματα ενώ όλο το φθινόπωρο και τον χειμώνα κελαηδά υποτονικά.

Τρυγόνι

Το Τρυγονι – Streptopelia Turtur
Τα τρυγόνια ανήκουν στην οικογένεια των περιστεριών, είναι όμως μικρόσωμα πιο λεπτοκαμωμένα από τα περιστέρια και τέλειοι αφέντες του αέρα στον οποίο κινούνται με εκπληκτική χάρη, ταχύτητα κι ευκινησία.
Γένος πτηνών που ανήκει στην οικογένεια Περιστερίδες, τάξη Περιστερόμορφα. Η οικογένεια περιλαμβάνει 250 είδη.
Αναπαραγωγή –συνήθειες
Αναπαράγεται στην ηπειρωτική Ευρώπη σε υψόμετρα μέχρι 350 μέτρα και μόνο σε σημεία μέχρι 500μ. Αν και ανέχεται την ανθρώπινη παρουσία, αποφεύγει να αναπαράγεται κοντά σε πόλεις, χωριά κλπ.
Είναι είδος μονογαμικό. Φωλιάζει πάνω σε δέντρα και θάμνους. Η φωλιά του είναι πρόχειρη.
Κατά την περίοδο του ζευγαρώματος αρσενικό και θηλυκό στέκονται στο έδαφος ή στα κλαδιά των δέντρων, κάνουν χαριτωμένες υποκλίσεις μεταξύ τους και αλληλοτσιμπιούνται. Ταυτόχρονα και τα δυο μαζί, πετούν ίσια επάνω διαγράφουν μεγάλους κύκλους στον ουρανό και ξαναγυρίζουν στο ίδιο κλαδί όπου ζευγαρώνουν. Κατόπιν, αρχίζουν να φτιάχνουν μια μεγάλη, αλλά πολύ πρόχειρη φωλιά με κλαδάκια και ρίζες στα χαμηλά κλαδιά των δέντρων ή σε θάμνους.
Τα θυληκά γεννούν συνήθως 2, καμιά φορά όμως και 3-4 λευκά αυγά, τα οποία κλωσούν και οι δυο γονείς για 15 μέρες. Οι νεοσσοί γεννιούνται εντελώς γυμνοί και βασίζονται στις φροντίδες των γονιών τους, οι οποίοι τις πρώτες 18 ημέρες τους ταΐζουν με το περίφημο «γάλα του περιστεριού» που βγάζουν από τον πρόλοβο, ενώ αργότερα με μισοχωνεμένους σπόρους. Μεγαλώνουν πολύ γρήγορα και εγκαταλείπουν τη φωλιά σε χρονικό διάστημα τριών εβδομάδων.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των περιστερόμορφων, έτσι και του τρυγονιού, είναι και το ότι έχουν τη δυνατότητα να αναρροφούν το νερό, χωρίς να σηκώνουν το ράμφος τους όπως κάνουν τα υπόλοιπα πτηνά.
Το φτέρωμα τους όπως και σε όλα τα περιστερόμορφα είναι πυκνό και μαλακό και τα φτερά τους αποσπώνται εύκολα, πράγμα που το διαπιστώνουμε εύκολα κατά την αναζήτηση του πληγωμένου θηράματος στο οποίο οδηγούμαστε από τα φτερά που αιωρούνται μετά τη βολή μας.
Το τρυγόνι τρέφεται κυρίως στο έδαφος. Προτιμάει καλλιεργημένες εκτάσεις.
Βασικά τρέφονται με σπόρους, τρώνε ελιές και βελανίδια που τα καταπίνουν ολόκληρα. Η θνησιμότητα των μικρών τρυγονιών είναι σχετικά υψηλή. Πολλά δεν προφταίνουν να γεννηθούν γιατί τα αυγά κλέβονται από αρουραίους ή τρυπιούνται από καρακάξες. Τα νεαρά τρυγονάκια κυνηγιούνται από τα γεράκια τους γύπες, για αυτό σπάνια γλιτώνουν και ενηλικιώνονται τα μισά από αυτά που γεννήθηκαν. Το είδος αντιμετωπίζει την καταστροφή τόσο από τα αρπακτικά πουλιά όσο και από τον άνθρωπο που το κυνηγά για το κρέας του. Στην χώρα μας το κυνήγι του επιτρέπεται από τις 20 Αυγούστου μέχρι 10 Φεβρουαρίου.
Όλα τα τρυγόνια μεταναστεύουν το Φθινόπωρο στην τροπική Αφρική εκτός από ένα μικρό αριθμό που μένουν όλο τον χρόνο στον τόπο μας. Το κυνήγι του επιτρέπεται σε 6 χώρες της ευρωπαϊκής ένωσης σε Αυστρία, Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία και Μάλτα.
Συγγενικό είδος του τρυγονιού είναι η δεκαοχτούρα. Το σώμα του έχει μήκος 28-30 cm και ζυγίζει 150 γραμμάρια. Πετάει με ταχύτητα 30 με 33 μέτρα το δευτερόλεπτο. Το τρυγόνι αγαπά τις ημιδασώδεις περιοχές που περιβάλλονται από καλλιέργειες στις οποίες τις περισσότερες φορές βρίσκει τροφή. Το συναντάμε και σε πυκνούς φράκτες, ακόμη και σε πάρκα που βρίσκονται μέσα στις πόλεις στις μεσογειακές περιοχές συχνάζει σε πευκώνες , θάμνους ή σύδεντρα. Συνήθως πετάνε σε κοπάδια ατόμων από 2 μέχρι και 10 πουλιά.
Κατά την μετανάστευση τα τρυγόνια πετούν βράδυ αλλά έχουν παρατηρηθεί και μεταναστεύσεις που γίνονται μέρα στην μεσόγειο. Η επιστροφή τους αρχίζει από τα τέλη Απρίλη με αποκορύφωση γύρω στην 1η του Μάη όπου συγκεντρώνονται και σμήνη πουλιών πάνω των 100 πουλιών να μπαίνουν με σειρά από την μεριά της θάλασσας και εξαντλημένα από το μεγάλο ταξίδι να κάθονται σε δέντρα και θάμνους για να ξεκουραστούν.

Ορτύκι

Ορτύκι Coturnix Coturnix

Το ορτύκι ανήκει στην οικογένεια των Φασιανών (Phasianindae), της τάξης των Ορνιθομορφων. Αποτελεί το μικρότερο είδος της οικογένειας. Δύο ακόμη είδη ορτυκιών τα οποία όμως δεν συναντάμε στην χώρα μας είναι το ορτύκι (Turnix Sylvatica) και το ορτύκι (Ortyx Virginiana) το οποίο συναντάμε στην Αμερική.
Το ορτύκι έχει μήκος 15-18 εκ. και βάρος 200-250 γρ. Το άνοιγμα των φτερούγων του κυμαίνεται μεταξύ 30-35 εκ. Έχει φτέρωμα φαίο με ραβδώσεις κίτρινου και καφέ χρώματος. Τα πόδια του είναι κοντά και έχουν σκούρο καφέ χρώμα. Η διάκριση μεταξύ του αρσενικού και του θηλυκού γίνεται με βάση το χρώμα του στήθους και του λαιμού. Σε αυτή την περίπτωση τα θηλυκά διακρίνονται απο τα μαύρα στίγματα που διαθέτουν.
Και τα δύο φύλα έχουν άσπρες ραβδώσεις στα κεφάλια τους, αλλά το θηλυκό έχει ένα πιο ομοιογενές σχήμα προσώπου απ’ ότι το αρσενικό.
Το φύλο του γίνεται αντιληπτό κυρίως μετά από την 3 εβδομάδα. Στα αρσενικά το φτέρωμα στην βάση του λαιμού και προς το στήθος είναι μονόχρωμο καφέ, ενώ στα θηλυκά υπάρχουν λεπτές επιμήκεις ραβδώσεις περισσότερου σκούρου έως μαύρου χρώματος.
Τα ανήλικα από τα ενήλικα διακρίνονται από το χρώμα του ταρσού, στα ανήλικα είναι κίτρινο, ενώ στα ενήλικα καφέ. Επίσης στα ανήλικα αν τα κρα­τήσουμε από την κάτω σιαγόνα αυτή λυγίζει από το βάρος τους.
Βιότοπος
Τα ορτύκια είναι εδαφόβια πουλιά τα οποία δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στα ανοιχτά λιβάδια με πυκνή και ψηλή συνήθως βλάστηση, όπως οι διάφορες καλλιέργειες σιτηρών, τριφιλιών κλπ. Οι καλλιέργειες αυτές αποτελούν τους ιδανικούς βιοτόπους των ορτυκιών, οι οποίες τους προσφέρουν πέρα από την τροφή και την απαραίτητη κάλυψη. Κατά το διάστημα όμως της μετανάστευσή τους τα ορτύκια θα χρησιμοποιήσουν μια ευρύτερη σειρά βιοτόπων, όπως παράκτιες θαμνώδεις περιοχές και οάσεις ερήμων, σαν ενδιάμεσες στάσεις της αποδημίας τους.
Στην χώρα μας ζει κυρίως σε πεδινές καλλιεργήσιμες περιοχές και σε περιοχές με αραιή θαμνώδες βλάστηση, χαμηλού πάντα υψομέτρου. Εξαιρέσεις έχουν παρατηρηθεί μόνο κατά το διάστημα της αποδημίας τους.
Συμπεριφορά
Τα ορτύκια είναι μεταναστευτικά εδαφόβια πουλιά με ότι αυτό από πλευράς συμπεριφοράς προσδίδει. Η μετανάστευση τους γίνεται πάντα νυχτερινές ώρες και όταν οι συνθήκες αέρας, θερμοκρασία, κ.α. το επιτρέπουν. Κινείται, τρέφεται και κρύβεται, πάντα στο έδαφος το οποίο σε συνδυασμό με το χρώμα του, το κάνουν σχεδόν αόρατο. Ειδικά κατά την περίοδο της αναπαραγωγής τους, τα αρσενικά θα προασπίσουν με ιδιαίτερο ζήλο τις εδαφικές περιοχές τους εκδιώκοντας τον οποιονδήποτε εισβολέα. Ενώ και τα θηλυκά είναι ιδιαίτερα προστατευτικά σε σημείο αυταπάρνηση κατά το διάστημα της εκκόλαψης και ανατροφής των νεοσσών τους.
Ως εδαφόβιο οι πτήσεις του περιορίζονται στις απολύτως απαραίτητες. Κατά την πτήση, τα φτερά του πουλιού εμφανίζονται μακριά και στενά, ενώ αν και δεν πετά με μεγάλη ταχύτητα δίνει αυτή την εντύπωση, λόγω του πολύ γρήγορου χτυπήματος των φτερών του. Οι πτήση του είναι χαμηλής και κυρτή πορείας από το σημείο από το οποίο σηκώνεται, ως το μέρος που θα επιλέξει να προσγειωθεί και να καλυφθεί μέσα στην ψηλή βλάστηση.
Διατροφή
Η τροφή του ορτυκιού αποτελείται κατά μεγάλο ποσοστό (90%) από είδη φυτικής προέλευσης, σπόρους, φύλλα, άνθη κ.α. και το υπόλοιπο (10%) από ζωικής προέλευσης, έντομα, σκου­λήκια, σκαθάρια μυρμήγκια, ψαλίδες, σαλιγκάρια προνύμφες εντόμων, διάφορα μικρά ζωύφια κ.α. τα οποία καλύπτουν τις ανάγκες του σε πρωτεΐνες, ιδιαίτερα των θηλυκών κατά το διάστημα αναπαραγωγής τους
Αναπαραγωγή
Τα ορτύκια είναι μονογαμικό είδος και οι δεσμοί του ζευγαριού είναι αρκετά ισχυροί, σε περιπτώσεις όμως που τα θηλυκά εί­ναι περισσότερα, αλλά και σε συνθήκες αιχμαλωσίας, συμπεριφέρεται και σαν πολυγαμικό. Στην Ευρώπη η εποχή αναπαραγωγής τους είναι από τα μέσα Μαΐου μέχρι τα τέλη τον Αυγούστου, ενώ στην Αφρική, η αναπαραγωγική περίοδο ξεκινά από το Σεπτέμβριο μέχρι τον Μάρτιο και σε περιοχές όπως η Κένυα η αναπαραγωγική περίοδο τοποθετείται κατά τη διάρκεια της υγρής περιόδου, από τον Ιανουάριο μέχρι τον Φεβρουάριο.
Τα ορτύκια μπορούν να έχουν μέχρι τρεις γέννες ετησίως. Τα αρσενικά φθάνουν στις περιοχές αναπαραγωγής πριν από τα θηλυκά και αμέσως μετά από την εγκατάσταση τους θα αρχίσουν με δυνατές κραυγές να καλούν τα θηλυκά. Μόλις φθάσουν τα θηλυκά, θα βρουν μια κατάλληλη για φωλαιοποίηση περιοχή και εκ των υστέρων θα αρχίσουν και αυτά με την σειρά τους να ανταποκρίνονται στα καλέσματα των αρσενικών με μια σειρά από χαρακτηριστικές κλήσεις. Τότε το αρσενικό που βρίσκετε στην περιοχή που εγκαταστάθηκε το θηλυκό, θα το πλησιάσει και θα επιδοθεί σε μια σειρά επιδείξεων με απώτερο σκοπό το ζευγάρωμα. Οι επιδείξεις αυτές περιλαμβάνουν σήκωμα (κατσάρωμα) των φτερών του λαιμού και του στήθους, σύρσιμο του φτερού που βρίσκετε πλησιέστερα προς το θηλυκό στο έδαφος, ενώ χορεύει σε έναν κύκλο γύρω από το θηλυκό τιτιβίζοντας. Ένα το θηλυκό δεχθεί να ζευγαρώσει θα αποκριθεί και αυτό με μια «κλήση πρόσκλησης» ακριβώς πριν από το ζευγάρωμα.
Η φωλιά χτίζεται από το θηλυκό σε ένα ρηχό κοίλωμα του εδάφους καλά καλυμμένο από την τριγύρω βλάστηση, όπως καλλιέργειες σιτηρών ή τριφιλιών. Εκεί το θηλυκό θα γεννήσει από 6 ως 13 αυγά τα οποία είναι λευκού χρώματος, περίπου 2,5 εκατ. ή και ελαφρώς μεγαλύτερα στο μήκος, ενώ ζυγίζουν περίπου 8,5 γραμ. Σε περίπτωση καταστροφής της πρώτης φωλιά, ξαναδημιουργούν άλλη (renesting). Η επώαση γίνεται από το θηλυκό και διαρκεί περίπου 17 ως 20 ημέρες. Τα μικρά είναι έτοιμα να εγκαταλείπουν τη φωλιά λίγες ώρες μετά την εκκόλαψη, ενώ μπορούν να πετάξουν μετά την ενδέκατη ημέρα της ζωής τους. Στις 35­- 40 ημέρες από την γέννησή τους απο­κτούν το κανονικό τους φτέρωμα και είναι πλέων έτοιμά για την αποδημία του.
Διάφορα
Τα ορτύκια σε πολλές καλλιεργήσιμες περιοχές ασκούν θετικές επιδράσεις μιας και περιορίζουν τους υψηλούς αριθμούς εντόμων.
Εκτρέφονται με πολύ μεγάλη επιτυχία και αποτελούν τόσο τα ίδια, όσο και τα αυγά τους εξαιρετικής ποιότητας τροφή για τον άνθρωπο.
Το ορτύκι αποτέλεσε υψηλής ποιότητας τροφής από τα αρχαία χρόνια, δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι απεικονίζεται σε αιγυπτιακές τοιχογραφίες του 5000 Π.Χ.
Αν και δεν περιλαμβάνονται στα υψηλής ανησυχίας πτηνά, εντούτοις έχουν αναφερθεί πτώσεις τοπικών πληθυσμών ως αποτέλεσμα των αλλαγών και καταστροφών των βιότοπων του.
Το ορτύκι αποτελεί ένα απο τα πτηνά που μπορεί να επιβιώσει σε κατάσταση αιχμαλωσίας, καθώς και να αναπαραχθεί σχετικά εύκολα.
Στοιχεία ανάλυσης του DNA, δείχνουν ότι το ορτύκι συσχετίζεται σε αρκετά μεγάλο βαθμό με τους Francolinus
αλλά και διάφορα είδη Alectoris
Έχουν παρατηρηθεί και περιπτώσεις, περισσότερα από ένα θηλυκά να φωλαιωποιούν στην ίδια φωλιά
Εχθροί
Απειλή για το ορτύκι αποτελούν τα φίδια, οι αλεπούδες, τα γεράκια, οι σκαντζόχοιροι και φυσικά η καταστροφή των βιοτόπων του, όπως το κάψιμο των σιτοκαλαμιών, οι μονοκαλ­λιέργειες, το όργωμα και η εξαφάνιση των ακαλλιέργητων περιοχών, καθώς και η διαδεδομένη και αλόγιστη χρήση φυτοφαρμάκων.

Πεδινή πέρδικα

Η πεδινή πέρδικα (Perdix-perdix)
Γενικά
Η πεδινή πέρδικα είναι ένα ενδημικό είδος με αρκετά ευρεία εξάπλωση.
Στην Ελλάδα η εξάπλωση της κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα κάλυπτε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα εκτός από την Πελοπόννησο. Τον 20ο αιώνα και κυρίως από το 1950 και μετά επήλθε δραστική μείωση των πληθυσμών της και τώρα πλέον η εξάπλωσή της έχει περιοριστεί στη βόρεια Ελλάδα.
Σήμερα εξαπλώνεται από τη Β. Θεσσαλία και τη Ν.Δ. Μακεδονία μέχρι και τη Θράκη (THOMAIDES & PAPAGEORGIOU, 1992).
Υπάρχουν λίγες πληροφορίες σχετικά με την οικολογία της πεδινής πέρδικας στην Ελλάδα. Γενικά προτιμάει καλλιεργήσιμες εκτάσεις, όχι όμως εντατικής μορφής, συμπεριλαμβανομένων ενός μωσαϊκού από φυσικούς
φράχτες και θάμνους. Είναι είδος των χαμηλών περιοχών και συνήθως δεν απαντάται σε υψόμετρο πάνω από 600 μέτρα. Στον ελλαδικό χώρο απαντώνται πληθυσμοί του είδους και σε υψόμετρα άνω των 700 μέτρων.
Έχουν καταγραφεί πληθυσμοί πεδινής πέρδικας σε υψόμετρα άνω των 1300μ στην κεντρική Μακεδονία και μέχρι στα 2000 μέτρα υψόμετρο στη δυτική
Μακεδονία και Βόρεια της Ηπείρου.
Στην Ελλάδα η πεδινή πέρδικα ανήκει στον κατάλογο των θηρεύσιμων ειδών. Το κυνήγι της όμως απαγορεύεται με τη ρυθμιστική απόφαση θήρας
κάθε έτους από το 1982 μέχρι σήμερα.
Γεωγραφική εξάπλωση
Οι πληθυσμοί της πεδινής πέρδικας Perdix perdix, εξαπλώνονται σε
όλες τις χώρες της Ευρώπης, στα Βαλκάνια, στις χώρες της πρώην Σοβιετικής
Ένωσης μέχρι τα Ουράλια και στις Ασιατικές χώρες μέχρι τη Μογγολία και το
Ιράν. Έχει εισαχθεί με επιτυχία σε περιοχές των Η.Π.Α. και έχει πλέον
δημιουργήσει κανονικούς πληθυσμούς, κυρίως στη Βόρεια Αμερική και τον
Καναδά (1η εισαγωγή το 1800 περίπου).
Στην Μογγολία και στην Κίνα απαντάται το είδος Perdix daurica
(Pallas), που είναι μικρότερη σε μέγεθος και απαντάται κυρίως σε περιοχές
κοντά στα δασοόρια και σε αραιά δάση (Zheng-Jie ZHAO ea. 1992).
Στο Θιβέτ απαντάται το είδος Perdix hodgsoniae (Hodgson).
Η κατάταξη, τα υποείδη της πεδινής πέρδικας και η εξάπλωσή
τους
Η πεδινή πέρδικα ανήκει στην τάξη : Galliformes, στην οικογένεια :
Phasianidae, στην υποοικογένεια : Perdicinae, και στο γένος : Perdix
Μέχρι σήμερα έχουν αναγνωριστεί 8 διαφορετικά υποείδη της πεδινής
πέρδικας (Perdix perdix).
1. P.p.perdix, Linnaeus (1758): Σκανδιναβία, Ιρλανδία, Βρετανικά
νησιά, νότια και διαμέσου της Kεντρικής Ευρώπης μέχρι τις Άλπεις και τα
Βαλκάνια και στη βόρεια Αμερική.
2. P.p. lucida, Altum (1894): Aνατολική Φιλανδία, Aνατολική
Πολωνία, Aνατολικά των Kαρπαθίων και της Bόρειας Βουλγαρίας διαμέσου
της Ρωσσίας μέχρι την Ουραλία και το Bορειότερο Καύκασο.
3. P.p. italika, Hartert (1917): Ιταλία,προς τα βόρεια της χώρας. Έχει
ενταχθεί στη λίστα των ειδών που κινδυνεύουν με εξαφάνιση.
4. P.p. armorikana, Hartert (1917): Αρμορικάνα (Βρεττανία),
Νορμανδία, Kεντρική Γαλλία βόρεια των ορέων Morvan και Ardennes.
5. P.p. hispaniensis, Reichenow (1892): Πυρηναία, βουνά
Κανταβρίας, βόρεια Ισπανία και Β.Α. Πορτογαλία.
6. P.p. sphagnetopum, Altum (1894): Β.Α. Ολλανδίας γειτνιάζοντας
τη Β.Δ. Γερμανία.
7. P.p. canescens, Buturlin (1906): Απαντάται στην Τουρκία, στον
Καύκασο, στην Τρανσκαυκασία και στο Ιράν.
8. P.p. robusta, Homeyer and Tancre (1883): Ανατολικά της
χαμηλότερης λεκάνης του Ουράλη ποταμού και τη Ν.Δ. Σιβηρία, στο
Καζακστάν και στη Ντζουνγκαρία.
Τάσεις των πληθυσμών της πεδινής πέρδικας παγκόσμια
Οι πληθυσμοί της πεδινής πέρδικας παρουσιάζουν σημαντική μείωση
τα τελευταία χρόνια (POTTS, 1986).
Η γρήγορη μείωση των πληθυσμών της πεδινής πέρδικας μπορεί νααποδοθεί στη χρήση αγροχημικών και των μοντέρνων μεθόδων γεωργίας και
στη λαθροθηρία και όχι μόνο στο εντατικό κυνήγι (CRAMP&SIMMONS, 1980)
Στην Πολωνία και στη Β. Γαλλία οι πληθυσμοί παραμένουν σε υψηλά
επίπεδα. Αντίθετα σε άλλες χώρες όπως στη Μ. Βρετανία, στην Ολλανδία,
στη Γερμανία, στην Ιταλία, στην Αυστρία και στην Ουγγαρία οι πληθυσμοί
βρίσκονται σε επίπεδα μικρότερα του 10% των πληθυσμών που υπήρχαν
πριν το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στη Γαλλία σε μερικές περιοχές υπάρχουν πληθυσμοί σε υψηλά
επίπεδα. Σε πολλές περιοχές κυρίως στα κεντρικά και στα βόρεια της χώρας,
οι πυκνότητες του πληθυσμού δεν έχουν πέσει ποτέ κάτω από 10 με 15
ζευγάρια/Km². Το 1990 και 1991 την περίοδο της άνοιξης καταγράφηκαν
πυκνότητες πληθυσμού με περισσότερα από 30 με 50 ζευγάρια/Km² σε
εκτεταμένες περιοχές (REITZ, 1992).
Στη Γερμανία σημειώθηκε δραστική μείωση της τάξης του 83% στους
πληθυσμούς της πεδινής πέρδικας από το 1968 μέχρι το 1988. Το 1992 η
πυκνότητα του πληθυσμού ήταν 0.5 άτομα/1km² καλλιεργήσιμης γης με
υψηλότερες πυκνότητες σε κάποιες περιοχές της ΝΔ Γερμανίας, 1
άτομα/1km². Αυτές οι περιοχές διαθέτουν πολύ καλή ποιότητα εδάφους και
ιδανικές κλιματικές συνθήκες (σχεδόν ξηρά και ζεστά). Σε περιοχές όπου
καλλιεργούνταν κηπευτικά προϊόντα ο αριθμός των αναπαραγόμενων
ζευγαριών ήταν μεγαλύτερος. Η έλλειψη καλής ποιότητας βιοτόπων (λόγω
εντατικοποίησης της γεωργίας), η έλλειψη κάλυψης και τροφής στην αρχή της
αναπαραγωγικής περιόδου στην Α. Γερμανία είναι οι αιτίες μείωσης του
πληθυσμού (H. NOSEL, 1992).
Η μείωση που παρατηρείται στους πληθυσμούς τα τελευταία χρόνια
οφείλεται κυρίως στις αλλαγές χρήσης της γης την εξαφάνιση του
παραδοσιακού μωσαϊκού καλλιεργειών και τον κατακερματισμό των
βιοτόπων της πέρδικας σε πολλές χώρες, που έχουν σαν αποτέλεσμα τη
μείωση της πυκνότητας των εντόμων τα οποία αποτελούν τροφή για τους
νεοσσούς, απώλεια της κάλυψης και αύξηση της αρπακτικότητας. Αυτές οι
αλλαγές τελικά οδηγούν στη μείωση της επιτυχίας της αναπαραγωγής
(POTTS, 1986).
Τάσεις του πληθυσμού στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα η πυκνότητες πληθυσμού κυμαίνονται μεταξύ 0,8 και 3,6
ζεύγη/ Km² και φτάνει μέχρι 12,3 ζεύγη/ Km² σε καλούς βιοτόπους
(CHANDRINOS & AKRIOTIS, 1997)
O THOMAIDES (1992) αναφέρει ότι η πυκνότητα του πληθυσμού στο
Ωραιοκάστρο στο νομό Θεσσαλονίκης την άνοιξη του 1989 ήταν 11.3 ζεύγη/
Km² και την άνοιξη του 1990 ήταν 6.4 ζεύγη/ Km².
Οικολογία
Η πεδινή πέρδικα είναι είδος που απαντάται σε πεδινές περιοχές,
ανοιχτές λιβαδικές εκτάσεις και σε στέπες με χαμηλή βλάστηση, αλλά κύριο
βιότοπο της αποτελούν οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Αποφεύγει τις δασικές
εκτάσεις και την πυκνή βλάστηση.
Είναι είδος μονογαμικό και η σχέση μεταξύ του ζευγαριού είναι αρκετά
δυνατή. Η έναρξη της αναπαραγωγικής περιόδου τοποθετείται στα τέλη
Ιανουαρίου με αρχές Φεβρουαρίου, ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος. Η
αναπαραγωγική περίοδος ξεκινάει με το σπάσιμο των κοπαδιών και τη
δημιουργία των ζευγαριών. Κατά την περίοδο του ζευγαρώματος οι διαμάχες
μεταξύ των αρσενικών είναι συχνό φαινόμενο. Συνήθως και τα δύο άτομα του
ζευγαριού προέρχονται από το ίδιο κοπάδι. Πολλές φορές όμως συμβαίνει μια
ανταλλαγή ατόμων μεταξύ των κοπαδιών, η οποία εξασφαλίζει την καλύτερη
μίξη του αναπαραγόμενου πληθυσμού και την αποφυγή της αιμομιξίας.
φωλιά της αποτελεί ένα ρηχό βαθούλωμα του εδάφους κατάλληλα
διαμορφωμένο ώστε να δέχεται τα αυγά, το οποίο στρώνεται με ξηρή ποώδη
βλάστηση.
Ο ΥΟΚΟΜ, υποστηρίζει ότι τη φωλιά τη φτιάχνει η θηλυκιά ενώ το
αρσενικό φυλάει την περιοχή. Για να φτιάξει τη φωλιά προτιμάει τοποθεσίες με
φυσική βλάστηση και αρκετή νεκρή φυτική ύλη. Γεννάει κατά μέσο όρο
ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος 14 – 17 αυγά (13 έως 19). Αυτό
μεταβάλλεται ανάλογα με την εποχή. Ο αριθμός των αυγών ποικίλλει ανάλογα
με την χρονική περίοδο που γεννάει η θυληκιά και γίνεται μικρότερος όσο
προχωράει η αναπαραγωγική περίοδος. Επίσης αναφέρει ότι είναι δυνατόν
στην ίδια φωλιά να γεννούν δύο πέρδικες, π.χ. φωλιά με 25 αυγά.
Το ζευγάρωμα λαμβάνει χώρα στα τέλη Ιανουαρίου και το Φεβρουάριο
και εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες.
Η έναρξη τη ωοτοκίας τοποθετείται στην τελευταία βδομάδα του
Μαρτίου με μέγιστο το πρώτο 15νθήμερο του Απρίλη. (THOMAIDES 1992,
POTTS 1986).
Η επώαση ξεκινάει αμέσως μετά την ολοκλήρωση της ωοτοκίας και
λαμβάνει χώρα από το Μάιο μέχρι τα τέλη Ιουνίου. Οι θηλυκιές που δεν
κατάφεραν να φέρουν σε πέρας την πρώτη φωλιά επαναφωλεωποιούν Στο
Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης ο μέσος όρος αυγών ανά φωλιά φτάνει τα 14.5.
Ο THOMAIDES (1992) αναφέρει ότι στο τέλος της αναπαραγωγικής
περιόδου ο μέσος όρος νεαρών ανά επιτυχημένη θηλυκιά κυμαίνονταν από
3.5 έως 8.5.
Ο REITZ (1992) αναφέρει ότι στο τέλος της αναπαραγωγικής περιόδου
η επιτυχία της αναπαραγωγής κυμαινόταν από 2.5 το 1981 μέχρι 6.5 το
1990. Ο μέσος όρος αυτής για την περίοδο 1979-1990 ήταν 4.5. Κατά τη
διάρκεια των 12 αυτών ετών η επιτυχία της αναπαραγωγής δεν έδειξε κάποια
τάση προς τα πάνω ή προς τα κάτω.
Ο μέσος όρος νεοσσών που εκκολάπτονται από κάθε θηλυκιά είναι
12.5 έως 14.4 και ο μέσος ρυθμός επιβίωσης των νεοσσών αυτών φτάνει
κατά μέσο όρο το 45 με 55%. Στη Γαλλία και Πολωνία αναφέρεται ότι το
ποσοστό των ζευγαριών που καταφέρνουν να παράγουν νεαρά φτάνει το 45 με 50%, ενώ η επιβίωση των νεοσσών φτάνει τους 3 με 4 νεοσσούς ανά
θηλυκιά.
Η πυκνότητα των ζευγαριών που αναπαράγονται αυξάνει με την
καλύτερη ποιότητα και μεγαλύτερη ποσότητα των οικοτόνων. Επίσης ένας
σημαντικός παράγοντας που συμβάλλει στη διατήρηση του πληθυσμού είναι
το υψηλό ποσοστό επιβίωσης των νεοσσών σε περιοχές με πολύ χαμηλή
πυκνότητα πληθυσμού.
Ο TEMPLE (1999) αναφέρει ότι η βόσκηση βοοειδών επιδρά στην
ποικιλομορφία των ειδών, στην πυκνότητα των πληθυσμών, στην επιτυχία της
φωλεοποίησης και στην παραγωγικότητα των εδαφόβιων πτηνών. Σε
περιοχές που δεν βόσκονται η ποικιλομορφία, η πυκνότητα, η επιτυχία
φωλεωποίησης και η παραγωγικότητα βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα. Σε
περιοχές που βόσκονται μόνιμα παρατηρείται η πιο χαμηλή ποικιλομορφία και
πυκνότητα ενώ η επιτυχία φωλεωποίησης και η παραγωγικότητα είναι σε
μέτρια επίπεδα. Σε περιοχές που βόσκονται περιστασιακά η ποικιλομορφία
και η πυκνότητα είναι σε μέτρια επίπεδα ενώ η επιτυχία φωλεωποίησης και η
παραγωγικότητα είναι στα πιο χαμηλά επίπεδα. O THOMAIDES (1992)
αναφέρει ότι μετά το θερισμό των καλλιεργειών οι οικογένειες των πεδινών
περδίκων, απόφευγαν τα καμένα κομμάτια καθώς και αυτά που βοσκούνταν
Πολλές φορές παρατηρείται μια αύξηση στον αριθμό των ατόμων των
κοπαδιών η οποία λαμβάνει χώρα μετά την 5η εβδομάδα από την περίοδο της
εκκόλαψης των νεοσσών και συμβαίνει λόγω της ένωσης διαφορετικών
οικογενειών σε ένα κοπάδι. Το φθινόπωρο παρατηρούνται κοπάδια με 3-5
ενήλικα και 10 με 12 ή και παραπάνω από 25 νεαρά.
Ο ΡΟΤΤS (1986) αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου και το
χειμώνα οι πεδινές πέρδικες σχηματίζουν κοπάδια τα οποία αποτελούνται
από το ζευγάρι και τα μικρά του. Τα ζευγάρια που δεν κατάφεραν να
αναπαραχθούν ενώνονται με άλλα κοπάδια. Κατά τη διάρκεια περιόδων με
εκτεταμένη χιονοκάλυψη παρατηρείται μεγάλη θνησιμότητα κυρίως στη στην
Α. Ευρώπη και στη Β. Αμερική. Επίσης αναφέρει ότι οι πεδινές πέρδικες
σκάβουν το χιόνι για να βρούν τροφή. Μπορούν να σκάψουν το χιόνι το πολύ
μέχρι βάθους 35 εκατοστά και όχι παραπάνω, ακόμα και αν το χιόνι είναι
μαλακό και σκάβεται εύκολα. Το κρύο και το χιόνι δεν δημιουργούν πρόβλημα στις πέρδικες. Αυτό που αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα είναι ο πάγος και το
παγωμένο χιόνι. Στη Βουλγαρία αποδείχτηκε ότι οι πέρδικες έχουν την
ικανότητα να διατηρούν τη θερμοκρασία του σώματός τους (41°C), το
λιγότερο μέχρι τρεις μέρες και σε θερμοκρασία περιβάλλοντος –35°C, ακόμα
και αν δεν τρέφονται. Αν δεν δύνανται να τραφούν καθόλου λόγω εκτεταμένης
χιονοκάλυψης ή παγωνιάς τότε πεθαίνουν το λιγότερο σε πέντε μέρες αν η
θερμοκρασία του περιβάλλοντος είναι στους –18 °C και σε επτά ημέρες στους
10 °C. Σε περιόδους χιονοκάλυψης οι πέρδικες το βράδυ κοιμούνται σε
λακούβες που σχηματίζει το χιόνι όλες μαζί, πράγμα που τους δίνει τη
δυνατότητα να διατηρούν τη θερμοκρασία τους και να μην παγώνουν.
Επίσης έχει παρατηρηθεί ότι σε περιόδους χιονοκάλυψης οι πέρδικες
πλησιάζουν κοντά σε φάρμες, στάβλους και αγροτικές κατοικίες για την
εξεύρεση τροφής.
Αρπακτικότητα
Οι BIRKAN, SERRE, et al. (1992) αναφέρουν ότι οι απώλειες των
ενήλικων κατά την περίοδο, μέσα Απριλίου εώς τέλη Ιουλίου, στα αρσενικά
άτομα φτάνει το 30% και στα θηλυκά άτομα το 45%. Σαν αιτίες θανάτου
αναφέρονται η αλεπού (Vulpes vulpes), το πετροκούναβο (Martes foina),
σκυλιά (Canis familiaris) , θεριστικές μηχανές, συρματόπλεκτοι φράκτες,
εσωπαράσιτα και άλλες άγνωστες αιτίες.
Οι H. GOSSOW et al. (1992) αναφέρουν ότι το διπλοσάινο (Accipiter
gentilis) προκαλεί μεγάλη ζημιά στους πληθυσμούς της πεδινής πέρδικας.
Ειδικότερα αναφέρει ότι σε μια σειρά παρατηρήσεων το 57% των επιθέσεων
από διπλοσάινο σε ζευγάρια πεδινής πέρδικας ήταν επιτυχής, ενώ μόνο το
20% των επιθέσεων σε κοπάδια πεδινών περδίκων είχαν επιτυχία.
Θνησιμότητα
Ο THOMAIDES (1992) αναφέρει ότι στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης
στο τέλος του χειμώνα επιβίωσε το 42.5-50.4% του πληθυσμού του Σεπτεμβρίου. Ο PEGEL (1987), αναφέρει ότι στη Δ. Γερμανία το μεγαλύτερο
μέρος των απωλειών συμβαίνει την περίοδο που σπάζουν τα κοπάδια και
λαμβάνει χώρα η διασπορά των ατόμων (Φεβρουάριος – Μάρτιος). Ο
NOSEL, (1992), αναφέρει ότι αν και η αναπαραγωγική ικανότητα των
ζευγαριών είναι σε αρκετά υψηλά επίπεδα ο πληθυσμός δεν παρουσιάζει
αξιοσημείωτη αύξηση τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας των απωλειών κατά την
περίοδο του χειμώνα. Οι απώλειες φτάνουν το 72% κατά μέσο όρο. Ο
GOSSOW (1992) αναφέρει ότι οι απώλειες το χειμώνα οφείλονται στη
δριμύτητα των καιρικών συνθηκών. Το 1978-79 που ο χειμώνας σε περιοχές
της Αυστρίας ήταν αρκετά δριμύς οι απώλειες έφτασαν το 37%, ενώ σε πιο
ήπια χρονιά έφτασαν το 13%. Ο OLECH (1971), αναφέρει ότι από τον
πληθυσμό του Σεπτεμβρίου της μιας χρονιάς (νεαρά) επιζούν μέχρι την
επόμενη περίοδο (ενήλικα) το 20 με 40%. Οι BIRKAN και JACOB (1988)
πιστεύουν ότι αυτό είναι γενικό φαινόμενο. Ο REITZ (1992), αναφέρει ότι ένα
ποσοστό 42% είναι συνηθισμένο. Στην Πολωνία οι CHLEWSKI και PANEK
(1988) αναφέρουν ότι τελικά από κάθε χρονιά επιβιώνει το 21% (θάνατοι το
χειμώνα 49% και κατά την περίοδο του καλοκαιριού το 59%)
Μετακινήσεις
Συνήθως οι πεδινές πέρδικες δεν μεταναστεύουν. Έχει παρατηρηθεί
όμως ότι από τη στιγμή που ο βιότοπος όπου διαβιούν δεν ανταποκρίνεται
στις απαιτήσεις τους, τότε αρχίζουν και μετακινούνται έως ότου βρουν πιο
κατάλληλη περιοχή. O CHURCH (1990) αναφέρει, ότι ο χρησιμοποιούμενος
βιότοπος από την πεδινή πέρδικα διαφέρει ανάμεσα στις εποχές. Ο POTTS
(1986) αναφέρει, ότι την περίοδο της αναπαραγωγής οι μετακινήσεις των
ατόμων αν δεν ενοχληθούν από οποιαδήποτε αιτία είναι πολύ μικρής
έκτασης. Οι μετακινήσεις των κοπαδιών είναι πιο εκτεταμένες συνήθως το
φθινόπωρο και το χειμώνα και κυρίως όταν επικρατούν πολύ δυσμενείς
συνθήκες με μεγάλη χιονοκάλυψη.
Οι μετακινήσεις αυτές λαμβάνουν χώρα κυρίως για την εξεύρεση
τροφής.
Η μέγιστη μετακίνηση πληθυσμού (διασπορά) στον Καναδά ήταν 400
μίλια σε 14 χρόνια ή αλλιώς 28 μίλια κάθε χρόνο. Μερικά άτομα είναι δυνατόν να ταξιδέψουν μέχρι και 50 μίλια σε ένα χρόνο. Η διασπορά στο βόρειο Οχάιο
και στο νότιο Μίσιγκαν προσέγγιζε τα 3.5 με 5 μίλια το χρόνο. Οι πέρδικες
που απελευθερώθηκαν στις ΗΠΑ προέρχονταν από την Ουγγαρία και την
Τσεχοσλοβακία όπου δεν παρατηρούνται μετακινήσεις στους πληθυσμούς.
Εξαφάνιση των πληθυσμών της πεδινής πέρδικας από περιοχές όπου διαβιούσε παλιότερα
Κάθε είδος που ζει και αναπαράγεται σε ένα βιότοπο δέχεται
επιδράσεις οι οποίες είναι γνωστές σαν οικολογικοί παράγοντες.
Αυτοί διακρίνονται σε αβιοτικούς, όπως είναι οι κλιματολογικές
συνθήκες η σύσταση και ποιότητα του εδάφους κ.λ., και σε βιοτικούς, όπως η
αρπακτικότητα, ο ανταγωνισμός κ.λ. Το κάθε είδος παρουσιάζει απέναντι σε
αυτούς τους παράγοντες όρια ανεκτικότητας και εντός των ορίων αυτών
μπορεί και επιβιώνει.
Οι πληθυσμοί των θηραματικών ειδών που ζουν σε πεδινές περιοχές
είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον τρόπο χρήσης της γης. Παλιότερα με την
εκχέρσωση των δασικών εκτάσεων και τη μετατροπή τους σε μικρής έκτασης
γεωργικές καλλιέργειες, όπου η γεωργία είχε παραδοσιακή μορφή, πολλά είδη
όπως το ορτύκι, η πεδινή πέρδικα, ο λαγός κ.λ., παρουσίασαν σημαντική
αύξηση.
Οι εδαφικές συνθήκες του βιοτόπου παίζουν σημαντικό ρόλο στην
ύπαρξη και στην παραγωγικότητα των θηραματικών ειδών. Τα γόνιμα εδάφη
ευνοούν την ύπαρξη και αφθονία των θηραμάτων, ενώ αντίθετα τα άγονα και
υποβαθμισμένα εδάφη δεν την ευνοούν, μερικές φορές μπορεί να είναι και
απαγορευτικά για την ύπαρξη.
Οι ανθρώπινες επιδράσεις στο περιβάλλον που συντελούν στη μείωση
της γονιμότητας του εδάφους έχουν ταυτόχρονα και δυσμενή επίδραση στους
θηραματικούς πληθυσμούς.
Χρήσεις της γης που έχουν σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία
εκτεταμένων και μονότονων βιοτόπων, την απόπλυση των χημικών
στοιχείων του εδάφους, την συσσώρευση στο έδαφος ανεπιθύμητων
χημικών, τα οποία είναι συστατικά των γεωργικών φαρμάκων και τη μείωση της ποικιλομορφίας, που εφαρμόζονται κατά κόρον σε πολλές
περιοχές της Ελλάδας π.χ. Θεσσαλία και οι οποίες είναι αποτέλεσμα
μονόπλευρης γεωργικής πολιτικής που έχει σαν στόχο μόνο την
παραγωγή γεωργικών προιόντων, οδήγησαν στην εξαφάνιση των
πληθυσμών της πεδινής πέρδικας από τις εν λόγω περιοχές.
Οι εκτεταμένες βαμβακοκαλλιέργειες κυρίως, δεν δύνανται να
προσφέρουν στη θηραματικά είδη τίποτα από τη στιγμή που γίνεται συνεχής
χρήση φυτοφαρμάκων και δεν υπάρχει άλλη μορφή βλάστησης εκτός από το
βαμβάκι και η εντομοπανίδα είναι ανύπαρκτη.
Από τα μηχανικά μέσα καλλιέργειας, αυτό που επιφέρει μεγάλη ζημιά
στους θηραματικούς πληθυσμούς είναι οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές. Το
θέρισμα των καλλιεργειών γίνεται στις αρχές του καλοκαιριού και συμπίπτει με
την περίοδο επώασης των εδαφόβιων πτηνών. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα το
μαχαίρι που φέρουν μπροστά οι μηχανές αυτές να καταστρέφει τις φωλιές και
αρκετές φορές να σκοτώνει τις επωάζουσες θυληκιές.
Τα φυτοφάρμακα τα οποία χρησιμοποιούνται κατά κόρον, αφενός μεν
σκοτώνουν τα ίδια τα θηράματα είτε με απευθείας λήψη κατά τον ψεκασμό ή
με τη λήψη μολυσμένου νερού από τα κανάλια παραπλεύρως των αγρών,
αφετέρου δε επιδρούν αρνητικά στη φυσιολογία της αναπαραγωγής των
ειδών. Παλιότερα με την εκτεταμένη χρήση του DDT τα πτηνά γεννούσαν
αυγά με πολύ λεπτό κέλυφος τα οποία δεν άντεχαν το βάρος του επωάζοντος
θηλυκού και σπάζανε. Η δραστική μείωση επίσης των εντόμων και των
ασπόνδυλων λόγω των εντομοκτόνων καθιστά αδύνατη την επιβίωση των
νεοσσών της πεδινής πέρδικας, αφού αυτά αποτελούν τη βασική πηγή
τροφής για τους νεοσσούς κατά τις πρώτες μέρες της ζωής τους.
Διακράτηση πληθυσμών σε πολλές περιοχές σε χαμηλά επίπεδα
Από τη στιγμή που ένα είδος υπάρχει σε ένα βιότοπο, αλλά οι
πληθυσμός του δεν είναι ικανοποιητικός, σημαίνει ότι οι οικολογικές
απαιτήσεις του καλύπτονται, αλλά κάποια ή κάποιες από αυτές δεν
καλύπτονται στο βαθμό που θα έπρεπε.
Θα πρέπει λοιπόν να εστιάσουμε την προσοχή μας στην ποσότητα και
ποιότητα της τροφής που παρέχει ο συγκεκριμένος βιότοπος, στην ύπαρξη
νερού, θέσεων φωλεωποίησης και στην κάλυψη.
Η πεδινή πέρδικα διακρατεί συγκεκριμένες περιοχές χωροκράτειας, με
αποτέλεσμα να εκμεταλλεύεται συγκεκριμένη έκταση του ευρύτερου βιοτόπου.
Από τη στιγμή που υπάρχει τροφή αλλά είναι συσσωρευμένη σε σημεία και
δεν είναι κατανεμημένη σε όλη την έκταση του βιοτόπου, είναι «δώρων
άδωρο». Αυτόματα η ζωοχωρητικότητα της ευρύτερης περιοχής, μειώνεται στη
ζωοχωρητικότητα των τμημάτων του βιοτόπου που παρέχουν τροφή και η
υπόλοιπη έκταση του βιοτόπου παραμένει ανεκμετάλλευτη.
Σημαντικό ρόλο επίσης στη διατήρηση των πληθυσμών είναι η
διαθεσιμότητα της τροφής, του νερού των θέσεων φωλεωποίησης και της
κάλυψης σε όλες της εποχές του χρόνου, με έμφαση στην περίοδο της
αναπαραγωγής.
Πεδινή πέρδικα και διαχείριση
Η εφαρμογή ενός σχεδίου διαχείρισης των πληθυσμών της πεδινής
πέρδικας απαιτεί πρώτα απ’ όλα την εφαρμογή σχεδίου διαχείρισης του
βιοτόπου της. Για να επιτύχει αυτός ο σκοπός θα πρέπει να εφαρμοστεί μια
μορφή γεωργικής πολιτικής που θα αποσκοπεί στην ευρύτερη αξιοποίηση
των δυνατοτήτων της γης και θα προβλέπει παράλληλα διαχειριστικά μέτρα
για την άγρια πανίδα. Ανάλογα με την κάθε περίπτωση και τους σκοπούς που
θα θέσουμε, η διαχείριση του βιοτόπου περιλαμβάνει μέτρα βελτίωσης του.
Για να υπάρξει η δυνατότητα οι πληθυσμοί της πεδινής πέρδικας να
έχουν αυξητική τάση θα πρέπει να ληφθεί μια σειρά από μέτρα, σε
συνεργασία πάντα των διαχειριστών και των αρμόδιων φορέων με τους
καλλιεργητές, που θα περιλαμβάνουν:
 Την εφαρμογή προγραμμάτων αγρανάπαυσης, ώστε να υπάρχουν
χέρσες εκτάσεις που θα τις εκμεταλλεύονται τα θηράματα.
 Προγραμματισμό των μορφών καλλιέργειας, ώστε να δημιουργηθεί
ένα μωσαϊκό και να αποφεύγονται οι εκτεταμένες μονοκαλλιέργειες.
 Εφαρμογή προγράμματος οικολογικής καταπολέμησης των
ζιζανίων και των εντόμων.
 Η δημιουργία φυσικών φρακτών ανάμεσα στους αγρούς και η
διατήρηση όσων υπάρχουν και όχι η εκχέρσωσή τους.
 Να αποφεύγεται το κάψιμο των καλαμιών μετά το θερισμό.
 Η περίοδος του θερισμού των δημητριακών παρουσιάζει μια μικρή
διακύμανση από περιοχή σε περιοχή. Στη Μακεδονία το θέρισμα των αγρών
αρχίζει με μια καθυστέρηση περίπου 15 ημερών από ότι στη Θεσσαλία, αυτό
το διάστημα είναι πολλές φορές καθοριστικό ώστε να προλάβουν να
εκκολαφθούν οι νεοσσοί και να απομακρυνθούν.
Και όμως κάτι αλλάζει
Η νέα κοινή αγροτική πολιτική τώρα θεσπίζει μια σειρά από μέτρα τα
οποία έως το 2013 θα αλλάξουν το τοπίο της Ελληνικής υπαίθρου αλλά και το
κοινονικοοικονομικό προφίλ μεγάλου ποσοστού του ελληνικού πληθυσμού.
Το σημαντικότερο μέτρο κατά την άποψή μου είναι η αποσύνδεση της
επιδότησης κατά μονάδα παραγωγής (ανά κιλό επιδοτούμενου προϊόντος) και
η αντικατάστασή της με μία ενιαία ενίσχυση που θα προκύπτει από το μέσο
όρο των ενισχύσεων της τριετίας 2000 – 2002 που εισέπραξε ο
συγκεκριμένος παραγωγός. Επομένως ο παραγωγός έως το 2013 άσχετα με
την ετήσια παραγωγή που θα επιτύχει, άσχετα με το είδος καλλιέργειας που
θα εφαρμόσει θα λάβει πάγια επιδότηση. Μετά το 2013 τέλος οι επιδοτήσεις.
Επομένως κανένα παραγωγό δεν θα τον ενδιαφέρει πλέον να πετύχει το
μέγιστο της παραγωγής ή το μέγιστο της ποιότητας του προϊόντος, απλά θα
πρέπει να εκμεταλλευτεί τα στρέμματα που εκμεταλλευόταν κατά το
παρελθόν. Έτσι πολλοί παραγωγοί θα σπείρουν απλά για να σπείρουν και δε
θα ποτίσουν, δε θα λιπαίνουν, δε θα ψεκάζουν τις καλλιέργειές τους και ίσως
δε θα τις συλλέγουν καν.
Έκανα αυτόν το μακροσκελή πρόλογο διότι το αγροτικό περιβάλλον και
οι αλλαγές που θα συντελεστούν σ’ αυτό επηρεάζουν άμεσα τους
πληθυσμούς των θηραματικών ειδών.
Η εφαρμογή της νέας Κ.Α.Π. σε συνδυασμό με τον «Κώδικα ορθής
Γεωργικής Πρακτικής» όπως αυτός ορίστηκε στην υπ’ αριθμ. 100949/2478/9-10-2000 απόφαση του υπουργού Γεωργίας (και θα αναλυθεί παρακάτω)
δημιουργούν ένα ισχυρό πλέγμα αγροπεριβαντολλογικών μέτρων που
σίγουρα θα επιδράσουν θετικά κυρίως στα θηράματα των πεδινών περιοχών
και σίγουρα από το 2013 και μετά θα αναστατώσουν τον αγροτικό πληθυσμό
της Ελλάδας.
Τον «Κώδικα ορθής Γεωργικής Πρακτικής» (Κ.Ο.Γ.Π) αποτελούν οι
ελάχιστες περιβαλλοντικές δεσμεύσεις που πρέπει να τηρούν οι παραγωγοί
για να εντάσσονται και να επιδοτούνται για τη συμμετοχή τους σε
αγροπεριβαλλοντικές δράσεις. Μέσα σε αυτόν υπάρχει πρόβλεψη για την
ορθολογική λίπανση των καλλιεργειών (πότε, που και πόσο λίπασμα θα
ρίχνεται) καθώς και απαγόρευση της λίπανσης σε απόσταση 2 μέτρων από
τις όχθες υδάτινων όγκων και σε παρόχθιες εκτάσεις που εμφανίζουν κλίση
μεγαλύτερη από 8%. Με ανάλογο τρόπο περιγράφεται η άρδευση των
καλλιεργειών. Έτσι π.χ. γίνεται προσπάθεια να εφαρμοστεί σχεδόν
αποκλειστικά η άρδευση με σταγόνες για την οικονομία του νερού.
Προβλέπονται μέτρα για την φυτοπροστασία, έτσι απαγορεύεται π.χ. να
ρίχνονται φυτοφάρμακα στους φυσικούς χώρους, στους φυτοφράκτες και τα
δάση. Γίνεται προσπάθεια να εφαρμοστεί το σύστημα της αμειψισποράς με
στόχο μεταξύ των άλλων και την προστασία της πανίδας και της χλωρίδας.
Έτσι η αμειψισπορά θα πρέπει να εξασφαλίζει τη διαδοχή σε κάθε
αγροτεμάχιο της βασικής καλλιέργειας με άλλη καλλιέργεια εξολοκλήρου ή σε
ποσοστό.
Ο κώδικας ορθής γεωργικής πρακτικής ασχολείται και με την
προστασία της βιοποικιλότητας και του αγροτικού τοπίου σε αυτά τα πλαίσια
επιβάλλει τη διατήρηση μεταξύ όμορων εκμεταλλεύσεων ακαλλιέργητων
χώρων πλάτους 1 μέτρου που μπορεί να είναι και φυτοφράκτες, ακόμα
απαγορεύει την καλλιέργεια εκτάσεων που αποκαλύπτονται από την
υποχώρηση των νερών των λιμνών σε περιόδους ανομβρίας. Επίσης
απαγορεύει τον θερισμό των σιτηρών όλες τις ώρες ο οποίος και πρέπει να
σταματάει με τη δύση του ηλίου. Δεν επιτρέπεται ο θερισμός τη νύχτα για την
προστασία της πανίδας. Ανάλογα μέτρα πρόβλεπε για την κατεργασία του
εδάφους με γεωργικά μηχανήματα και παράλληλα απαγορεύει την καύση των
υπολειμμάτων των καλλιεργειών (καλαμιές). Σημαντική πρόβλεψη υπάρχει για
τις οικολογικά ευαίσθητες περιοχές (δίκτυο NATURA 2000) όπου οι καλλιέργειες και οι μέθοδοι εφαρμογής αυτών θα πρέπει να εναρμονίζονται με
τους στόχους των διαχειριστικών μελετών της κάθε περιοχής.
Ο κώδικας ορθής γεωργικής πρακτικής λαμβάνει ειδικά μέτρα και για
την κτηνοτροφία ώστε η ένταση της βόσκησης δε θα υπερβαίνει την
βοσκοϊκανότητα όπως αυτή καθορίζεται από αποφάσεις των Δ/νσεων Αγροτικής Ανάπτυξης των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, ώστε να αποφευχθούν τα φαινόμενα υπερβόσκησης.
Όλα τα παραπάνω αν εξαιρέσουμε την πρόσκαιρη αναστάτωση του αγροτικού πληθυσμού συνιστούν ιδανική εικόνα αγροτικής παραγωγής σε σχέση
με την προστασία του περιβάλλοντος και την ανάπτυξη του θηράματος. Όμως
στην Ελλάδα πάσχουμε στο στάδιο της εφαρμογής, αναμένουμε λοιπόν την καλή
εφαρμογή όλων αυτών των μέτρων τη γρήγορη συμμόρφωση των παραβατών
και την ανάσα πνοής στο ελληνικό καμπίσιο θήραμα που θα αλλάξει τον
κυνηγετικό χάρτη της πατρίδας μας σίγουρα προς το καλύτερο.
Αρκεί να αρπάξουν την ευκαιρία οι κυνηγετικές οργανώσεις και να
επενδύσουν χρήματα και μεράκι ώστε να επανεισαχθεί με επιτυχία εκεί
που προϋπήρχε αυτό το ονειρεμένο θήραμα που ονομάζεται πεδινή
πέρδικα, εφόσον βέβαια ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης κρατήσει την
υπόσχεση του και τροποποιήσει την Απόφαση του που αφορά το
καθεστώς τον απελευθερώσεων.
Η διαχείριση της άγριας πανίδας άλλες φορές συμβαδίζει με τις
ανθρώπινες δραστηριότητες και άλλες φορές έρχεται σε αντίθεση με αυτές.
Οπότε είναι απαραίτητο να γίνει μια ιεράρχηση των αναγκών που προκύπτουν.
Πριν από κάθε ενέργεια θα πρέπει να προηγηθεί μελέτη των οικονομικών,
περιβαλλοντικών και κοινωνικών επιπτώσεων που θα συνεπάγεται η υλοποίησή
της.
Κείμενο: Βασίλειος Αλεξίου, Δασολόγος Περιβαλλοντολόγος, Ευάγγελος Χατζηνίκος, Δασολόγος Περιβαλλοντολόγος



Μείωση και πιθανή αποκατάσταση της πεδινής πέρδικας

Απόστολος Τσιομπανούδης, Δασοπόνος & Πέτρος Πλατής, Δασολόγος – Επ. Συνεργάτης ΣΤ’ Κ.Ο.ΜΑ.Θ.
Αρκετά είδη πτηνών που χρησιμοποιούν σαν ενδιαίτημα τις αγροτικές περιοχές, έχουν παρουσιάσει δραματική πληθυσμιακή μείωση κατά την διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών στην Ευρώπη. Ένα από αυτά τα είδη είναι και η πεδινή πέρδικα, που κάποτε ήταν ένα από τα πιο κοινά είδη των αγροτικών και ημιορεινών εκτάσεων. Με εξαίρεση τη Ρωσία και την Τσεχία όπου οι πληθυσμοί παραμένουν σταθεροί ή δείχνουν αυξητική τάση, όλες οι Ευρωπαϊκές χώρες παρουσίασαν μείωση στο μέγεθος των πληθυσμών από 1% μέχρι και 80%, με συνολικό μέσο όρο 30%. Σαν αποτέλεσμα όλων αυτών και επειδή η πεδινή πέρδικα αποτελεί σημαντικό θηραματικό είδος, αρκετές διεθνείς κυνηγετικές οργανώσεις και ερευνητικά ιδρύματα, έχουν επιδοθεί στην μελέτη για την αποκατάσταση του είδους.
Η μεγαλύτερη και μακροβιότερη πηγή πληροφοριών που αφορά την κάρπωση της πεδινής πέρδικας, βρίσκεται στην Μεγάλη Βρετανία και συγκεκριμένα στην περιοχή North-Norfolk (1793-1993). Σύμφωνα με τα στοιχεία, διακρίνονται τρείς περίοδοι που χαρακτηρίζουν την μείωση της πέρδικας. Η πρώτη (1793-1950) χαρακτηρίζεται από την υψηλή κάρπωση αρκετών εκατοντάδων πουλιών ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Η δεύτερη περίοδος (1950-1970) απέδειξε την ισχυρή μείωση στην κάρπωση φτάνοντας σε μερικά πουλιά ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Στην τρίτη περίοδο (μετά το 1970) συνεχίζεται η μείωση με σταθερό ποσοστό κάθε χρόνο.
Αλλά τι προκάλεσε την δραματική μείωση την περίοδο 1950-1970; Πριν τη συγκεκριμένη περίοδο το ποσοστό επιβίωσης των νεοσσών ήταν πάνω από 50%. Κατά την διάρκεια όμως της περιόδου ’50-’70, οι νεοσσοί που επιβίωναν ήταν κάτι λιγότερο από 30%. Παρόμοιες καταστάσεις εμφάνιζαν και οι περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες έρχονταν πλέον αντιμέτωπες με ένα σοβαρό οικολογικό πρόβλημα.
Ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που οδήγησαν στην μείωση ήταν η δραματική αύξηση των ζιζανιοκτόνων φαρμάκων με σκοπό την πρόληψη και καταστολή των ζημιών που προκαλούν τα έντομα στις αγροτικές καλλιέργειες. Επίσης τα φυτοφάρμακα και τα μυκητοκτόνα συνέβαλλαν αρνητικά σε μεγάλο ποσοστό στην επιβίωση των νεαρών περδικιών. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι πριν το ’50, μόλις το 10% των καλλιεργειών ψεκάζονταν με φάρμακα ενώ μετά το 1965 το ποσοστό αυτό ανήλθε στο 90%. Η χρήση ζιζανιοκτόνων είχε άμεσες επιπτώσεις, δηλητηριάζοντας τους νεοσσούς, ή έμμεσες, σκοτώνοντας την τροφή τους, τα έντομα, που είναι απαραίτητα για τις πρώτες εβδομάδες της ζωής τους. Οι έμμεσες επιδράσεις αποδείχθηκε ότι είναι πιο δραστικές και ισχυρές. Επιπλέον, τα φυτοφάρμακα μείωσαν σε τεράστιο ποσοστό τους διαθέσιμους σπόρους και καρπούς αγρίων φυτών, που αποτελούν επίσης σημαντική πηγή τροφής για τις πέρδικες.
Δεύτερος σημαντικότερος παράγοντας της μείωσης, είναι η πτώση της ποιότητας των βιοτόπων. Σε αυτό συνέβαλλαν οι δραστικές αλλαγές στο αγροτικό τοπίο εξαιτίας της εντατικοποίησης και της μηχανοποίησης των αγροτικών πρακτικών. Η αύξηση της έκτασης των αγροτεμαχίων εξαφάνισε τους φυσικούς φράκτες που βρισκόταν ανάμεσα τους. Η απώλεια των φυσικών διαχωριστικών φρακτών, μείωσε το ποσοστό διαθέσιμων θέσεων για φωλεοποίηση. Επίσης μειώθηκαν οι ακαλλιέργητες εκτάσεις, όπου οι πέρδικες αναζητούσαν τροφή.
Η αρπακτικότητα είναι ένας παράγοντας που έκανε την εμφάνιση του τα τελευταία 20 χρόνια. Στη Γαλλία αποδείχθηκε ότι οι εναέριοι και επίγειοι άρπαγες ευθύνονται για το 70% των απωλειών από τους νεοσσούς κάθε χρόνο. Επιπλέον η μεγάλη κυνηγετική πίεση, χωρίς την επιβολή διαχειριστικών μέτρων και ελέγχου των πληθυσμών, συνετέλεσε στην περαιτέρω μείωση της πεδινής πέρδικας, με αρκετά μεγάλο ποσοστό σε μερικές περιοχές (35-40 %). Ακόμα, η απελευθέρωση φασιανών για την αύξηση της κυνηγετικής κάρπωσης σε μερικές περιοχές, οδήγησε στην μετάδοση ασθενειών και παρασίτων στους άγριος πληθυσμούς της πεδινής πέρδικας, με αποτέλεσμα την απώλεια σωματικού βάρους και κατά συνέπεια τον θάνατο των πουλιών.
Τι μπορεί να γίνει για την ανάκαμψη των πληθυσμών; Οι νεότερες έρευνες προτείνουν την ανάγκη για την μείωση της αρπακτικότητας, χωρίς όμως να υπάρχουν ποσοτικά δεδομένα για το εάν η εφαρμογή του συγκεκριμένου μέτρου θα έχει θετικά αποτελέσματα. Εξαίρεση αποτελεί μια έρευνα στη Μ. Βρετανία που αποδεικνύει ότι ο έλεγχος των αρπάγων (αλεπού, κουνάβια, κορακοειδή) κατά την διάρκεια 3 ετών είχε σαν αποτέλεσμα τον τριπλασιασμό των ζευγαριών και γενικότερα του πληθυσμού. Το μειονέκτημα της συγκεκριμένης έρευνας είναι ότι ο έλεγχος εφαρμόστηκε σε μια μικρή περιοχή και το ερώτημα που προκύπτει είναι εάν θα υπήρχαν τα ίδια αποτελέσματα σε μεγάλες εκτάσεις. Το σίγουρο είναι ότι μια πιθανή αύξηση της πεδινής πέρδικας σε μια περιοχή, μπορεί να επιτευχτεί με έναν συνδυασμό παραγόντων και ενεργειών από τον άνθρωπο, όπως είναι η βελτίωση της ποιότητας του βιοτόπου και αμέσως μετά ο έλεγχος των αρπάγων.
Ένα διαχειριστικό μέτρο που έχει εφαρμοστεί με επιτυχία, είναι το όργωμα χωραφιών που βρίσκονται σε καθεστώς αγρανάπαυσης για πολλά χρόνια, με στόχο την εμφάνιση μονοετών φυτών και την απομάκρυνση των πολυετών. Το όργωμα εφαρμόζεται ανά δυο χρόνια, χωρίς φυσικά τη χρησιμοποίηση χημικών φαρμάκων. Το μέτρο αυτό εφαρμόστηκε στη Μ. Βρετανία με θεαματικά αποτελέσματα, αυξάνοντας κατά 50% τους νεοσσούς που επιβίωσαν. Επίσης πολύ σημαντική είναι η ρίψη μίγματος σπόρων, με σκοπό την αύξηση της ποικιλίας των ειδών της βλάστησης, για την ενίσχυση των διατροφικών συνθηκών της πέρδικας.
Όμως η δημιουργία κατάλληλων βιοτόπων, μπορεί να προκαλέσει αύξηση της αρπακτικότητας, καθώς οι πέρδικες συγκεντρώνονται σε αυτές τις περιοχές και είναι περισσότερο ευάλωτες στους άρπαγες, οι οποίοι συνηθίζουν στην παρουσία της και την αναζητούν μόνο σε συγκεκριμένα σημεία. Για το σκοπό αυτό προτάθηκε οι επεμβάσεις να έχουν ελάχιστη έκταση τα 3 στρέμματα και να εφαρμόζονται διάσπαρτα σε μεγάλες πεδινές περιοχές.
Ωστόσο το πιο σημαντικό για να ενισχυθεί ένας υπάρχον πληθυσμός πεδινής πέρδικας, είναι η διατήρηση και αύξηση της διαθέσιμης τροφής των νεοσσών. Το πιο ιδανικό μέτρο είναι η παύση των ζιζανιοκτόνων όπως συμβαίνει στις βιολογικές καλλιέργειες. Ιδιαίτερα οι βιολογικές καλλιέργειες δημητριακών, παρέχουν μεγάλη ποικιλία και ποσότητα σπόρων και εντόμων. Για αυτόν τον λόγο έχει παρατηρηθεί μεγαλύτερη ποικιλία πτηνών σε βιολογικές καλλιέργειες σε σχέση με τις συμβατικές.
Τι συμβαίνει όμως με τις απελευθερώσεις; Λόγω της εύκολης εκτροφής της πεδινής πέρδικας, έχουν πραγματοποιηθεί απελευθερώσεις χιλιάδων πουλιών σε πολλές περιοχές της Ευρώπης για την αύξηση της κυνηγετικής κάρπωσης ή την εγκατάσταση νέων πληθυσμών σε μέρη που κάποτε προϋπήρχαν. Το κεφάλαιο της απελευθέρωσης όμως είναι τεράστιο, με πολλές παραμέτρους και ερωτήματα.
Κατά καιρούς έχουν εφαρμοστεί διάφορες πρακτικές απελευθέρωσης, τα συμπεράσματα που προέκυψαν όμως δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά για πολλές από αυτές, καθώς η πεδινή πέρδικα είναι ένα εξαιρετικά ευαίσθητο και τρωτό είδος στους άρπαγες. Επίσης η εξοικείωση των εκτρεφόμενων πουλιών με το νέο τους περιβάλλον είναι ιδιαίτερα δύσκολη και χρονοβόρα, με αποτέλεσμα την αποτυχία των απελευθερώσεων στις περισσότερες περιπτώσεις.
Ο Βρετανικός οργανισμός «Game and Wildlife Conservation Trust» και μετά από πολυετή έρευνα και πειράματα, μας δίνει χρήσιμες συμβουλές που αφορούν την απελευθέρωση της πεδινής πέρδικας. Συνοπτικά οι δυο κυριότερες από αυτές είναι:
Σε περιοχές όπου η πυκνότητα της πέρδικας είναι τουλάχιστον 2 ζεύγη ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, η απελευθέρωση πρέπει να απαγορεύεται ενώ η καταπολέμηση των αρπάγων και η βελτίωση των βιοτόπων είναι ουσιαστικά μέτρα για την αύξηση του πληθυσμών, και
Όπου δεν υπάρχει πληθυσμός ή η πυκνότητα είναι πάρα πολύ χαμηλή, η μεταφορά άγριων πουλιών από άλλη περιοχή είναι η καλύτερη μέθοδος. Η σύλληψη πρέπει να γίνεται από έναν υγιή πληθυσμό την περίοδο του φθινοπώρου (τουλάχιστον 25 πουλιά/km2) και το ποσοστό των συλληφθέντων δεν μπορεί να υπερβαίνει το 10% των ήδη υπαρχόντων πουλιών.

Βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε
Buner F. and Aebischer N. J. (2008) Guidelines for re-establishing grey partridges through releasing. Game & Wildlife Conservation Trust, Fordingbridge.
Buner F. (2008) Survival, habitat use and disturbance behaviour of re-introduced Grey Partridges Perdix perdix L. in an enhanced arable landscape in the Swiss Klettgau. PhD thesis, University of Basel and Swiss Ornithological Institute Sempach.
Kuijper D., Oosterveld E. and Wymenga E. (2009) Decline and potential recovery of the European grey partridge (Perdix perdix) population—a review. Eur. J. Wildl. Res. 55: 455-463.
Parish D.M.B and Sotherton N.W. (2007) The fate of released captive reared grey partridges Perdix perdix: implications for reintroduction programmes. Wildl. Biol. 13: 140-149.
Potts G.R. and Aebischer N.J. (1995) Population dynamics of the grey partridge Perdix perdix 1793–1993: monitoring, modelling and management. Ibis 137:s29–s37