new

16 Ιουν 2012

Κυνηγετική εκπαίδευση (μέρος δεύτερο)

ΠΗΓΗ ΥΛΙΚΟΥ: gpeppas.gr
Το ένστικτο της ιχνηλασίας και της καταδίωξης είναι βασικά και απαραίτητα χαρακτηριστικά για ένα λαγόσκυλο, αλλά δεν φτάνει μόνο αυτό. Το χαρακτήρα ενός ταλαντούχου και χαρισματικού λαγόσκυλου συνθέτουν και κάποια άλλα στοιχεία εξίσου σημαντικά, αν θέλουμε να μιλάμε για σκυλί «με προδιαγραφές». Αυτά είναι η τόλμη, η αντίληψη (εξυπνάδα), το πάθος, η προθυμία, άριστες οσφρητικές ικανότητες, η ανάπτυξη πρωτοβουλίας, η υπέρμετρη επιθετικότητα προς το θήραμα, και το πνεύμα συνεργασίας. Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με ένα άριστο μυοσκελετικό και νευρικό σύστημα, σχηματίζουν το προφίλ ενός τέλειου κυνηγόσκυλου.
Η εκπαίδευση σαν ομάδα Πολλοί διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, θα πουν ότι όλα αυτά είναι υπερβολές, και ότι δεν υπάρχει τέλειο σκυλί. Εξαρτάται τι φαντάζονται και τι εννοούν όταν λένε «τέλειο» σκυλί. Αν εννοούν το σκυλί που θα τους φτιάχνει ακόμα και τον καφέ πριν ξεκινήσουν για το κυνήγι, αυτό όντως δεν υπάρχει. Αλλά ούτε και αυτό που ξεφωλιάζει 10 λαγούς ντάλα μεσημέρι, μες στον Αύγουστο. Υπάρχει όμως το σκυλί που θα κυνηγήσει με όρεξη και πάθος, θα ξεφωλιάσει το λαγό αν οι κλιματολογικές συνθήκες το επιτρέπουν, θα τον καταδιώξει ανάλογα με το στυλ που υπαγορεύει το στάνταρ της φυλής του, υπακούοντας πρόθυμα στις εντολές του ιδιοκτήτη του, και χωρίς να εκδηλώνει επιθετικότητα ή άλλου είδους ανεπιθύμητη συμπεριφορά απέναντι σε άλλα ζώα όπως αιγοπρόβατα, άλλα οικόσιτα ζώα ή σκυλιά. Αυτό για μένα είναι το τέλειο σκυλί, και πιστέψτε με, υπάρχουν πολλά από αυτά – ως επί το πλείστον στο εξωτερικό, αλλά και στην Ελλάδα. Εκείνοι που πιστεύουν το αντίθετο, σίγουρα δεν είχαν την τύχη ποτέ να αποκτήσουν ένα αξιόλογο σκυλί, ή και αν είχαν κάποια στιγμή ένα τέτοιο, δεν το εκπαίδευσαν ή δεν το χειρίστηκαν καθόλου σωστά, ενώ άλλοι δεν είχαν ούτε καν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν κάποιο άριστο σκυλί στον κυνηγότοπο.
Κλείνοντας αυτή την παρένθεση να αναφέρω ότι τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά που προαναφέραμε – όπως οι οσφρητικές ικανότητες, είναι καθαρά κληρονομικά χαρίσματα και μεταβιβάζονται μέσω του γενετικού υλικού από τους γεννήτορες και τους προγόνους στα κουτάβια, ενώ άλλα καλλιεργούνται και αναπτύσσονται μέσω της καλής και συστηματικής εκπαίδευσης. Για παράδειγμα, ένα λαγόσκυλο όσο καλή μύτη και αν έχει, αν δεν είναι κατάλληλα εκπαιδευμένο και δεν είναι πρόθυμο να μπει στο πυκνό (πουρνάρια, σκοίνα και άλλα) για να ξεφωλιάσει το λαγό, δεν πρόκειται να γίνει ποτέ ένα αξιόλογο σκυλί.
Συνεχίζοντας από το σημείο που αφήσαμε το προηγούμενο άρθρο, για την εκπαίδευση στην ιχνηλασία και την καταδίωξη, θα προχωρήσουμε σε ορισμένες παραλλαγές των προηγούμενων μαθημάτων, όπως π.χ. εκπαίδευση με κουνέλι στο πυκνό, πέρασμα από φράχτες, διασταύρωση ιχνών άλλων ζώων, και αργότερα νυχτερινή εκπαίδευση με λαγό σε περιφραγμένο χώρο (εκπαιδευτήριο), εκπαίδευση με τη βοήθεια μαθημένου σκύλου (δασκάλου), και ακόμα κανονικό κυνήγι σε εκπαιδευτήριο και ελεύθερο πεδίο:
Από τη στιγμή που έχει παθιαστεί το νεαρό σκυλί μας με την καταδίωξη του κουνελιού και ανακαλύπτει σχετικά εύκολα τα ίχνη που αφήνει στο έδαφος, προχωρούμε σε κάποιες άλλες πρακτικές, δυσκολεύοντας ακόμα περισσότερο τις συνθήκες της ανακάλυψής του.
Παίρνουμε λοιπόν ένα ζωηρό κουνέλι, (που έχει κυνηγηθεί και άλλες φορές από σκυλιά), και πηγαίνουμε σε ένα σημείο όπου υπάρχουν πυκνές συστάδες από κλαδιά, σκοίνα, κτλ, αλλά και μεγάλα σημεία με ξέφωτα. Τότε απελευθερώνουμε το κουνέλι σε ένα καθαρό σημείο (ξέφωτο), και το αναγκάζουμε – ακόμα και κυνηγώντας το – να κρυφτεί μέσα στο πυκνό. Μετά από λίγη ώρα, φέρνουμε το σκυλί και το βάζουμε στο ντορό του κουνελιού – όπως έχουμε αναφέρει στο προηγούμενο άρθρο – προσέχοντας πάντα της εξέλιξη της ιχνηλασίας. Αν οι καιρικές συνθήκες είναι ευνοϊκές, το σκυλί θα ανακαλύψει γρήγορα τα ίχνη και θα ξεφωλιάσει το κουνέλι μπαίνοντας στο πυκνό. Σε περίπτωση που το κουτάβι διστάζει να μπει μέσα στο κλαδερό, το παρακινούμε λεκτικά και το βοηθάμε να ανοίγοντας τα κλαδιά, να μπει και να ξεφωλιάσει το κουνέλι.
Ένα τολμηρό και επιθετικό προς το θήραμα κουτάβι, δεν θα έχει κανένα πρόβλημα σε αυτή τη φάση, ενώ αργότερα, θα πρέπει το ίδιο «σκηνικό» να επαναληφθεί. δυσκολεύοντας ακόμη περισσότερο τις συνθήκες σε ένα πουρναρότοπο ή άλλο «σφιχτό» από κλαδιά σημείο.
Αυτού του είδους η εκπαίδευση θα πρέπει να γίνει αρκετές φορές, ώστε το σκυλί να εξοικειωθεί και να μάθει να μπαίνει πρόθυμα στο πυκνό. Επειδή η εκπαίδευση της ιχνηλασίας μπορεί να συμπέσει με τους καλοκαιρινούς μήνες – που όπως ξέρουμε είναι μια δύσκολη εποχή για τα σκυλιά – μπορούμε πριν απελευθερώσουμε το κουνέλι να βρέχουμε τα πόδια του με νερό, κάνοντας την ανακάλυψη των ιχνών ευκολότερη.
Η εκπαίδευση σε πιό δύσκολα θέματα Ένα άλλο πρόβλημα που θα αντιμετωπίσει σίγουρα ένα κυνηγόσκυλο στο πραγματικό πεδίο του κυνηγίου είναι τα διάφορα φυσικά εμπόδια (ρέματα, ξερολιθιές, βράχια, απότομα πρανή, κτλ.), αλλά και περιφράξεις από συρματόπλεγμα. Η προετοιμασία για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων είναι καλό να γίνεται όσο το κουτάβι είναι ακόμα σε νεαρή ηλικία και όχι την περίοδο που θα βγούμε κανονικά για κυνήγι στο βουνό. Έτσι από πολύ νωρίς το σκυλί μας θα πρέπει να μάθει να κολυμπάει και να αποκτήσει γενικά καλή σχέση με το νερό, για τον απλό λόγο, ότι μπορεί να χρειαστεί να περάσει μέσα από ένα ρέμα κατά τη διάρκεια του κυνηγιού τους χειμερινούς μήνες.
Ένας τρόπος για να μάθει το σκυλί μας να μπαίνει στο νερό, είναι να περάσουμε εμείς κάποιο ρυάκι (όχι πολύ βαθύ ούτε πολύ πλατύ στην αρχή και να συνεχίσουμε να προχωράμε με σχετικά γρήγορο ρυθμό και την πλάτη γυρισμένη προς το σκυλί, αναγκάζοντας το να περάσει και εκείνο απέναντι για να μας φτάσει. Αφήνουμε δηλαδή το ένστικτο της ακολουθίας που είναι έντονο στα νεαρά κουτάβια, να δουλέψει για εμάς. Ένας άλλος τρόπος είναι να απελευθερώσουμε ένα κουνέλι στην απέναντι όχθη από αυτή που βρίσκεται το σκυλί, ελπίζοντας το ένστικτο της καταδίωξης να υπερνικήσει το φόβο για το νερό. Μία άλλη πρακτική είναι να σκύψουμε πάνω από το σκυλί αγκαλιάζοντας το μαλακά με το αριστερό χέρι και κρατώντας το με το δεξί από το περιλαίμιο, να το περάσουμε αργά μέσα από το νερό. Υπάρχει φυσικά και το ενδεχόμενο, με ένα απλό «πάμε μαζί» ή έλα εδώ, να λυθεί το πρόβλημα, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ να πούμε «μπράβο» και να χαϊδέψουμε το σκυλί μας μετά από κάθε πετυχημένη προσπάθεια.
Το καλοκαίρι που δεν είναι εύκολο να βρούμε ρυάκια με νερό, θα πρέπει η συγκεκριμένη εκπαίδευση να γίνει σε ήρεμη θάλασσα και χωρίς κόσμο στην παραλία. Η πρακτική και εδώ είναι σχεδόν η ίδια, δηλαδή κολυμπάμε μακριά από το κουτάβι φωνάζοντάς του να έρθει κοντά μας, ή το κρατάμε μαλακά όπως πριν και το βοηθάμε να μπει μαζί μας στο νερό με ήρεμες κινήσεις. Επίσης μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και ένα σκύλο «δάσκαλο», που του αρέσει το νερό, για να βοηθήσει σε αυτή τη φάση, με την προϋπόθεση όμως να έχει πολύ καλές σχέσεις με το εκπαιδευόμενο κουτάβι. Και σημειώνουμε εδώ ότι, όσο πιο νωρίς έρθει σε επαφή ένα κουτάβι με το νερό, τόσο πιο εύκολα και γρήγορα θα εξοικειωθεί.
Άλλος ένας καθοριστικός παράγοντας, που θα βοηθήσει στην ευκολότερη εξοικείωση του κουταβιού μας με τα διάφορα εμπόδια στον κυνηγότοπο, είναι η σχέση εμπιστοσύνης με τον εκπαιδευτή, αλλά και η σωστή εκπαίδευση στις βασικές εντολές, όπως «έλα», «μη», «κάτσε», «φέρτο», κτλ.
Η ιδιοσυγκρασία και το ταμπεραμέντο επίσης του κάθε σκυλιού, καθορίζει εξαρχής πόσο εύκολα ή δύσκολα θα ξεπεράσει τα διάφορα προβλήματα, ενώ εξίσου σημαντικό ρόλο παίζει και η φυσική κατάσταση. Για παράδειγμα, ένα κουτάβι που για διάφορους λόγους, (όπως σωματικές τιμωρίες ή κακό χειρισμό), δεν έχει εμπιστοσύνη στον ιδιοκτήτη του, δύσκολα θα δεχτεί βοήθεια για να περάσει ένα φυσικό εμπόδιο, ή ένα φράχτη, ενώ κάποιο άλλο, όσο καλή διάθεση κι αν έχει, αν δεν το βοηθάει η φυσική του κατάσταση (που σημαίνει σωστή κατασκευή, καλή διατροφή και ικανοποιητική εξάσκηση), δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις δύσκολες συνθήκες του βουνού.
Συνοψίζοντας λοιπόν, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι βασικές προϋποθέσεις για να έχουμε και να χαιρόμαστε στο μέλλον ένα αξιόλογο λαγόσκυλο θα πρέπει: 1ον να κάνουμε σωστή επιλογή του κουταβιού με το ανάλογο ταμπεραμέντο και την άριστη σωματική διάπλαση, 2ον να υπάρχει από μέρους μας η διάθεση για δουλειά και η γνώση για την καλή εκπαίδευση του, και 3ον να φροντίζουμε για τη σωστή διατροφή, τη συχνή εξάσκηση και γενικά τις κατάλληλες συνθήκες διαβίωσης του. Άλλωστε μια σοφή παροιμία λέει ότι, «Ότι σπείρεις, θα θερίσεις». Επανερχόμενος στο θέμα της εκπαίδευσης να σημειώσω ότι πάντα κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε εκπαίδευσης, είναι απαραίτητο να έχουμε μαζί μας ένα εκπαιδευτικό οδηγό (λουρί), από δέρμα σκοινί ή νάιλον, περίπου δύο μέτρων, που θα χρησιμεύσει στον χειρισμό του κουταβιού. Σε πολλές περιπτώσεις θα χρειαστεί να δέσουμε το σκυλί και στη συνέχεια να το βοηθήσουμε να περάσει κάποιο εμπόδιο.
Η εκπαίδευση στο νερό Πιο συγκεκριμένα, όταν ένα κουτάβι διστάζει να περάσει από κάποιο εμπόδιο ή να κατέβουμε κάποιο απότομο ή βραχώδες σημείο, το δένουμε με τον οδηγό, και αφού περάσουμε πρώτα εμείς, στη συνέχεια το προτρέπουμε λεκτικά, αλλά και με αργές και μαλακές κινήσεις, το τραβάμε προς το μέρος μας. Το να πάρουμε αγκαλιά το κουτάβι, εδώ δεν είναι λύση, και το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να διαιωνίσουμε το πρόβλημα.
Τα περισσότερα σκυλιά μετά από τέτοιου είδους εμπειρίες ξεπερνούν το πρόβλημα, ενώ για κάποια πιο τολμηρά και «προετοιμασμένα», μπορεί να μην υφίσταται καν. Με την ευκαιρία να αναφέρουμε, ότι τα κατηφορικά σημεία, φαίνονται πολύ πιο δύσβατα και τρομακτικά στα μάτια των σκυλιών, και αυτό θα το κατανοήσουμε ευκολότερα αν σκύψουμε, και βάζοντας το κεφάλι μας στο επίπεδο που βρίσκεται το κεφάλι των σκυλιών κοιτάξουμε προς τα κάτω.
Η λέξη «προετοιμασμένα» που προανέφερα, αντιστοιχεί σε σκυλιά που από πολύ μικρά (7 εβδομάδων και μετά), έχουν εξοικειωθεί με διάφορες, δύσκολες για την ηλικία τους καταστάσεις, πριν ακόμα βγουν για πρώτη φορά στο βουνό, όπως ανεβοκατέβασμα σκαλοπατιών, το πέρασμα διάφορων εμποδίων κ.τ.λ.. Άρα τα κοινωνικοποιημένα κουτάβια, και αυτά που έχουν εξοικειωθεί με το περιβάλλον, αντιμετωπίζουν ευκολότερα τις δυσκολίες που τυχόν θα τους παρουσιαστούν, σε σχέση με κάποια άλλα που περιμένουν υπομονετικά σε ένα «κουμάσι», να φτάσουν σε ηλικία 6, 7 ή και 8 μηνών, για να βγούνε πρώτη φορά στο βουνό. Οι περιφράξεις από συρματόπλεγμα, είναι ένα άλλο εμπόδιο που συναντούν πολύ συχνά οι κυνηγοί αλλά και τα σκυλιά τους. Εδώ θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή όλων μας, στο να είμαστε πολύ προσεκτικοί με τις περιφράξεις στα βοσκοτόπια, γιατί έχουμε να κάνουμε με το «εργαλείο της δουλειάς κάποιων συνανθρώπων μας, και δεν πρέπει να βάζουμε σε καμία περίπτωση το πάθος για το κυνήγι, πάνω από το σεβασμό της ξένης περιουσίας, δημιουργώντας έτσι κακές εντυπώσεις για τους κυνηγούς, αλλά και διενέξεις με τους αγρότες. Η καλύτερη λύση αν χρειαστεί να περάσουμε από κάποια περίφραξη είναι να χρησιμοποιήσουμε την πόρτα εφόσον υπάρχει, ή αν δεν υπάρχει να περάσουμε από ένα εύκολα προσπελάσιμο και χαμηλό σημείο. Η είσοδος σε καινούριες και ψηλές περιφράξεις πρέπει να αποφεύγεται όχι μόνο για τους προφανείς λόγους, αλλά και γιατί απαγορεύεται από το νόμο.
Για να μάθουμε το σκυλί, να περνάει κάτω ή πάνω από τα συρματοπλέγματα, βρίσκουμε κατ' αρχήν ένα σημείο όπου η περίφραξη είναι παλιά, χαλαρή και χαμηλή και χρησιμοποιούμε περίπου τις προηγούμενες πρακτικές
Αν θέλουμε το σκυλί μας να περάσει από το κάτω μέρος της περίφραξης, περνάμε πρώτοι εμείς, και κατόπιν σηκώνουμε λίγο το σύρμα, καλώντας το κοντά μας. Στα διστακτικά σκυλιά, χρησιμοποιούμε το λουρί όπως πριν. Μια παραλλαγή είναι να απελευθερώσουμε ένα κουνέλι ή ένα λαγό, αφήνοντας τον να περάσει κάτω από το πλέγμα, καθώς το κουτάβι παρακολουθεί. Στη συνέχεια βάζουμε το σκυλί να τον καταδιώξει περνώντας κάτω από το εμπόδιο.
Για την υπερπήδηση της περίφραξης, δένουμε το σκυλί με τον οδηγό, και λέγοντας του «πήδα» το υποβοηθούμε να πηδήξει, ή περνώντας πρώτοι εμείς κάνουμε το ίδιο. Αυτή η εκπαίδευση μπορεί να γίνει ακόμα και στην αυλή του σπιτιού μας, με αυτοσχέδια, χαμηλά εμπόδια στην αρχή, και στη συνέχεια ψηλότερα, ανάλογα με τις δυνατότητες του σκυλιού. Ένας σκύλος «δάσκαλος», κι εδώ θα επηρέαζε σίγουρα θετικά την εξέλιξη της εκπαίδευσης.
Στα επόμενα στάδια, και όταν το κουτάβι μας έχει φτάσεις στην ηλικία των 6 μηνών περίπου, θα ξεκινήσουμε να το εκπαιδεύουμε μόνο με λαγό, μέσα σε περιφραγμένο χώρο (εκπαιδευτήριο) 10 – 15 στρεμμάτων περίπου, ίσως και μεγαλύτερο αν υπάρχει δυνατότητα. Πολλοί κυνηγετικοί σύλλογοι διαθέτουν τέτοιους χώρους, αλλά και μετά από συνεννόηση μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το περιφραγμένο αγροτεμάχιο κάποιου φίλου ή γνωστού, που είναι κατάλληλο για αυτή τη δουλειά.
Εκείνοι που δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα, ή και οι ανάγκες τους δεν το επιτρέπουν, ή δεν έχουν το χρόνο να ασχοληθούν σοβαρά, είναι καλύτερο να απευθυνθούν σε έναν επαγγελματία εκπαιδευτή, που θα αναλάβει να «ξεκινήσει» το σκυλί τους.
Η δουλειά στο εκπαιδευτήριο για τα νεαρά σκυλιά είναι πολύ σημαντική, καθότι εκεί μπορούμε να βρούμε πάντα άγριο θήραμα, να δουλέψουμε οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, αλλά και της νύχτας, όλο το χρόνο, αφού οι λαγοί θα είναι αγορασμένοι από εμάς τους ίδιους και κατά συνέπεια δεν υπάρχει απαγόρευση.
Τους ανοιξιάτικους μήνες, που η μυρωδιά των λουλουδιών είναι έντονη την ημέρα, και η γύρη ερεθίζει τους βλεννογόνους της μύτης των σκυλιών, αλλά και τους καλοκαιρινούς μήνες, που η υψηλή θερμοκρασία δεν επιτρέπει στην μυρωδιά του λαγού να παραμείνει στο έδαφος αρκετά, η ιχνηλασία γίνεται πάρα πολύ δύσκολη και καμιά φορά αδύνατη για τα νεαρά σκυλιά. Έτσι αυτή την περίοδο η εκπαίδευση θα πρέπει να ξεκινήσει να γίνεται τις νυχτερινές ώρες και κατά προτίμηση τις μέρες του φεγγαριού, για να έχουμε περισσότερη αντίληψη του χώρου.
Η εκπαίδευση στα βράχια Η εκπαίδευση του λαγόσκυλου τη νύχτα είναι πολύ χρήσιμη και αποδοτική για πολλούς λόγους. Οι λαγοί όπως ξέρουμε είναι νυχτόβια ζώα που κινούνται και ενεργούν το βράδυ. Έτσι κατά συνέπεια αφήνουν πίσω τους φρέσκα ίχνη. Ειδικά για το καλοκαίρι, ένα άλλο θετικό στοιχείο είναι ότι το βράδυ, ενώ το έδαφος παραμένει σχετικά ζεστό, η θερμοκρασία του αέρα συχνά είναι αρκετά δροσερή. Αυτές οι συνθήκες αυξάνουν την υγρασία, δημιουργώντας έτσι τις καλύτερες συνθήκες που μπορούμε να έχουμε αυτή την εποχή για εκπαίδευση ιχνηλασίας. Κάτι που επίσης ευνοεί τη δουλειά των νεαρών σκυλιών τη νύχτα είναι ότι δεν έχουν «τον ήλιο πάνω από το κεφάλι τους» που τα κουράζει και τα δυσκολεύει.
Τέλος να πούμε ότι η καταδίωξη είναι πολύ μεγαλύτερης διάρκειας και ευκολότερη από ότι την ημέρα. Σημειώνουμε ότι τα μαθήματα στο εκπαιδευτήριο πρέπει να γίνονται όχι μόνο τη νύχτα, αλλά και τις πρωινές ώρες, με τα νυχτερινά εκπαιδευτικά αν έχουν το μεγαλύτερο ποσοστό. Ξεκινώντας λοιπόν, βγάζουμε την πρώτη μέρα το νεαρό σκυλί, μαζί με ένα «εκπαιδευμένο» - αν υπάρχει διαθέσιμο – το οποίο όμως πρέπει να είναι μέτριας ταχύτητας ή κάπως αργό, ώστε το «μαθητευόμενο» σκυλί να είναι ικανό να ακολουθήσει εύκολα την ιχνηλασία αλλά και την καταδίωξη του εκπαιδευμένου.
Στη νυχτερινή εκπαίδευση, δεν κάνουμε τίποτα άλλο, από το να βάζουμε τα σκυλιά στο «ντορό» του λαγού (που ανακαλύπτεται σχεδόν εύκολα από τα σκυλιά), και στη συνέχεια παρακολουθούμε σιωπηλοί την εξέλιξη. Τα σκυλιά θα πρέπει να δουλεύουν έτσι για 2-3 ώρες κάθε φορά, 3-4 φορές την εβδομάδα. Τα περισσότερα κουτάβια μετά από 2-3 μαθήματα με το «εκπαιδευμένο», θα πρέπει να μπαίνουν μόνα τους στον περιφραγμένο χώρο, και παίρνοντας πρωτοβουλία να ακολουθούν μόνα τους τα ίχνη. Σε αυτή τη φάση μπορούν να εκπαιδευτούν και δύο κουτάβια ταυτόχρονα, αρκεί να δείχνουν το απαραίτητο ενδιαφέρον και να μην παίζουν μεταξύ τους.
Όταν δούμε ότι τα κουτάβια ανταποκρίνονται αρκετά καλά στην ιχνηλασία και την καταδίωξη, τα βγάζουμε ένα – ένα τις πρωινές ώρες στο εκπαιδευτήριο αλλά και στον πραγματικό κυνηγότοπο. Μερικά κουτάβια «αποφοιτούν» σε ένα μήνα περίπου από το εκπαιδευτήριο, ενώ άλλα μπορεί να χρειαστούν παραπάνω δουλειά. Σε περίπτωση δυσκολίας των σκυλιών να ανταποκριθούν ικανοποιητικά στις δύσκολες συνθήκες των ημερήσιων εκπαιδευτικών στο ανοιχτό πεδίο, επανερχόμαστε για μερικά ακόμα μαθήματα στο περιφραγμένο. Ο ρόλος του εκπαιδευτηρίου είναι πολύ σημαντικός, και τα κουτάβια κερδίζουν πολύ χρόνο και εμπειρία που ισοδυναμεί σχεδόν με μία ολόκληρη κυνηγετική σεζόν, σε σχέση με αυτά που βγαίνουν μόνο κατά την περίοδο του κυνηγίου. Δεν μπορούμε ωστόσο να πούμε με σιγουριά ότι ένα σκυλί θα γίνει άριστο λαγόσκυλο, με μόνο δεδομένο την ηλικία που ξεκίνησε να κυνηγάει, αλλά αυτό καθορίζεται και σε συνάρτηση με κάποιες άλλες προϋποθέσεις, όπως τα κληρονομικά χαρίσματα. Συνεπώς, Κυνηγετική Εμπειρία + Ταλέντο = Επιτυχία
Η εμπειρία έχει δείξει ότι εκεί περίπου στους 9 με 10 μήνες, τα περισσότερα σκυλιά ανταποκρίνονται θετικά και με σχετική σοβαρότητα στο κυνήγι του λαγού σε πραγματικό κυνηγότοπο, ανάλογα βέβαια με τη φυλή αλλά και τις γραμμές αίματος από τις οποίες προέρχονται.
Ένας λόγος για τον οποίο θα πρέπει να βγάλουμε ένα σκυλί γρηγορότερα από το εκπαιδευτήριο, είναι για να αποφύγουμε το κακό συνήθειο του εύκολου ξεφωλιάσματος και το ψάξιμο του λαγού με τα μάτια. Αυτό μπορεί να γίνει επειδή κάποιο σκυλί έχει εξοικειωθεί πάρα πολύ με το χώρο ή έχει επηρεαστεί αρνητικά από την ύπαρξη πολλών θηραμάτων. Άρα η εκπαίδευση σε ένα μικρό χώρο ή σε ένα χώρο με πολλούς λαγούς μπορεί να επηρεάσει αρνητικά και να αποπροσανατολίσει τα σκυλιά. Γι' αυτό καταλληλότερο είναι ένα μεγάλο εκπαιδευτήριο με λίγους λαγούς, το οποίο θα συμβάλει στην πιο σωστή και μεθοδική δουλειά.
Έχω διαβάσει κάπου την άποψη, ότι σε ένα πρώιμο στάδιο, θα πρέπει να γίνεται εκπαίδευση για το διαχωρισμό του ντορού δύο λαγών όταν αυτά διασταυρώνονται. Δηλαδή να απελευθερώσουμε δύο λαγούς, και αφού διασταυρώσουμε τα ίχνη τους σε σχήμα Χ, να επιβάλλουμε στο σκυλί να ιχνηλατήσει τα ίχνη μόνο του ενός, και ειδικότερα αυτού που του υποδεικνύουμε  εμείς.
Στο κυνήγι σαν ομάδα Τι γίνεται όμως με τα ίχνη δύο άγριων λαγών, που σε πραγματικές συνθήκες μοιάζουν με δύο κουβάρια κλωστής πολλών χιλιομέτρων, μπερδεμένα μεταξύ τους; Αυτού του είδους η εκπαίδευση πιστεύω ότι υπάρχει μόνο σε θεωρητικό επίπεδο και δεν θα χρησιμεύσει αποτελεσματικά σε πραγματικές συνθήκες στο ελεύθερο πεδίο. Αντίθετα η εμπειρία, το πείσμα και οι άριστες οσφρητικές ικανότητες ενός σκυλιού, είναι τα χαρακτηριστικά που θα οδηγήσουν στο σωστό «ξετύλιγμα» του ντορού με τελικό αποτέλεσμα το ξεφώλιασμα του λαγού. Η μόνη χρήσιμη εκπαίδευση που μπορεί και πρέπει να γίνεται, είναι για να μάθει το σκυλί μας να ξεχωρίζει και να ιχνηλατεί μόνο λαγό που διασταυρώνεται με ίχνη αλεπούς, αιγοπροβάτων ή άλλων ζώων. Δηλαδή απελευθερώνουμε ένα λαγό σε κάποιο μέρος που ξέρουμε σίγουρα ότι υπάρχουν ίχνη αλεπούδων ή άλλων ζώων, και βάζοντας το σκυλί μας στο ντορό (δεμένο με μακρύ λουρί στην αρχή) διορθώνουμε στη συνέχεια οποιαδήποτε λάθος συμπεριφορά.
Απαράβατος κανόνας είναι, οι διορθώσεις να γίνονται μόνο λεκτικά και όχι ασκώντας σωματική τιμωρία (ξύλο) στο σκυλί, πράγμα ανεπίτρεπτο, αλλά που το έχουμε διαβάσει ακόμα και αυτό, σε υποτιθέμενα σοβαρά άρθρα για την εκπαίδευση. Η καλύτερη λύση, όπως έχουμε ξαναπεί, καθ' όλη τη διάρκεια της εκπαίδευσης, είναι η πρόληψη και οι θετικές μέθοδοι, σε αντίθεση με την τιμωρία. Σε αυτό το στάδιο, βοηθάει καθοριστικά η σωστή κοινωνικοποίηση των κουταβιών και η εκπαίδευση στις εντολές της βασικής υπακοής, που πρέπει να έχει γίνει νωρίτερα.
Για να αποκτήσει ακόμα μεγαλύτερη εμπειρία το κουτάβι μας κατά την εκπαιδευτική περίοδο, θα πρέπει να τουφεκίσουμε τουλάχιστον ένα λαγό, και να του δώσουμε ένα «μεζέ» από τα εντόσθια (κατά προτίμηση συκώτι ή καθαρό έντερο), ως επιβράβευση. Αυτό σημαίνει βέβαια επιπλέον έξοδα για την αγορά του λαγού, όμως αξίζει τον κόπο, γιατί είναι κάτι που θα τονώσει το ενδιαφέρον του σκυλιού, ολοκληρώνοντας παράλληλα και τη ρεαλιστική εικόνα της εξέλιξης του κυνηγιού.
Πρέπει να προσέχουμε επίσης, κατά την εκπαίδευση των κουταβιών την εποχή του κυνηγιού, να μην τουφεκίζουμε το λαγό πριν ξεκινήσουν όλα τα σκυλιά – και ειδικά τα κουτάβια,  την καταδίωξη. Η τουφεκιά θα πρέπει να ενθουσιάζει τα σκυλιά, συμπληρώνοντας την ωραία εικόνα της καταδίωξης, και όχι να τα ξαφνιάζει.
Απευθυνόμενος τώρα στους κυνηγούς, που διατηρούν μεγάλες ομάδες ιχνηλατών, θα αναφέρω ότι οι  εκπαιδευτικές ή οι κανονικές κυνηγετικές εξορμήσεις, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο θα εναλλάσσονται τα σκυλιά μεταξύ τους σε αυτές, πρέπει προγραμματίζονται ανάλογα με την εξέλιξη, το χαρακτήρα, το φύλο, την ηλικία και τη συμπεριφορά του κάθε σκυλιού. Συγκεκριμένα τα εκπαιδευτικά πρέπει να γίνονται εναλλάξ, είτε με ένα μαθημένο και ένα κουτάβι, είτε μία ομάδα και ένα κουτάβι, είτε ένα «μαθημένο» με δύο κουτάβια, είτε μία ομάδα με δύο κουτάβια, είτε δύο κουτάβια μαζί, είτε το κάθε κουτάβι μόνο του. Αυτό γίνεται για τους εξής λόγους: 1ον Για να μάθουν τα κουτάβια να ιχνηλατούν μεθοδικά ακολουθώντας το ξετύλιγμα του ντορού από το σκυλί «δάσκαλο» 2ον Για να μάθουν τα νεαρότερα σκυλιά να σέβονται την ιεραρχία της ομάδας. 3ον  Να σέβονται την ιχνηλασία των σκυλιών «δασκάλων» 4ον Να μάθουν να μην παίζουν κατά τη διάρκεια του κυνηγιού με τις ανάλογες διορθώσεις από τον εκπαιδευτή και 5ον Βγαίνοντας μόνα τους να αναγκαστούν να πάρουν πρωτοβουλίες μαθαίνοντας παράλληλα να βασίζονται στον εαυτό τους.
Για παράδειγμα τα κουτάβια που κάθονται και εποπτεύουν τα υπόλοιπα σκυλιά περιμένοντας να βγάλουν εκείνα το λαγό, για να τον κυνηγήσουν στη συνέχεια, πρέπει οπωσδήποτε να «βγαίνουν» τις περισσότερες φορές μόνα τους και λιγότερο μαζί με εκπαιδευμένα ώστε να αποκτήσουν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.
Κλείνοντας θα σημειώσω, ότι αυτό που πρέπει να διακρίνει μία αξιόλογη και αξιοζήλευτη ομάδα ιχνηλατών είναι η ομοιογένεια των χαρακτηριστικών της, αλλά και του κυνηγετικού στυλ, σε συνδυασμό με τη συμπαγή εικόνα που παρουσιάζει κατά τη διάρκεια της ιχνηλασίας όσο και της καταδίωξης.